Απαγορευμένος (;) έρωτας

Τις άσχημες στιγμές τις αφήνω πίσω. Τις όμορφες είναι που θέλω να κρατήσω ζωντανές στο μυαλό μου.
Και σε όλες είσαι εσύ μέσα.
Ποιος θα το περίμενε, παντρεμένος άνθρωπος. Σάμπως εγώ το περίμενα;
Και τώρα, από τη μια στιγμή στην άλλη, βρέθηκα μπλεγμένος να αγαπώ δύο γυναίκες.
Μοιρασμένος και συνάμα αναγκασμένος να μη διαιρώ την αγάπη μου στα δύο, αλλά να την προσφέρω όπως και πριν, με την ίδια ένταση, αλλά εξίσου και στις δύο.
Πού να το περιμένω; Άλλωστε εγώ, ποτέ δεν πίστευα στον κεραυνοβόλο έρωτα.
Μα σε ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή.
Και το κακό είναι ότι δεν προσπάθησα διόλου να αντισταθώ.
Παραδόθηκα στα συναισθήματα που με κατέκλυσαν όταν σε πρωτοαντίκρυσα και αυτόματα ένιωσα ελεύθερος.
Κι ας μου λέγανε πως δεν πρέπει. Πως δεν είναι σωστό, γιατί αργότερα θα πάρεις θάρρος.
Πως θα σε καλομάθω. Πως θα με κάνεις ό,τι θέλεις.
Θα μπορούσα να το περιμένω; Άσε που μετά τα τριάντα, πλέον όλα γίνονται σιγά-σιγά πιο μηχανικά.
Και ήταν ωραίο να γίνονται έτσι. Οργανωμένα. Με τάξη. Με πρόγραμμα.
Με μια ρουτίνα που προσέδιδε ασφάλεια στη βαρετή -χωρίς να το έχω συνειδητοποιήσει- ζωή μου.
Κι ήρθες εσύ.
Νέα, ωραία και με τον αέρα του αθώου και του καινούργιου.
Ένας ανεξερεύνητος χάρτης που περιμένει να τον ξεδιπλώσεις και να σου δείξει τα πιο όμορφα μέρη του κόσμου.
Κι αν πρέπει να απαντήσω οπωσδήποτε στην ερώτηση, ποια ήταν η πιο όμορφη στιγμή του περασμένου έτους για μένα, σίγουρα δε θα μπορώ να διαλέξω μόνο μία, καθώς θα πω πως ήταν όλες όσες ήσουν εσύ μαζί μου.
Όλες δηλαδή.
Γιατί και όταν ήμουν μακριά σου, εσένα είχα στο μυαλό μου και μετρούσα τις ώρες, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα, πότε θα ξανασμίξουμε.
Πότε θα σε σφίξω στην αγκαλιά μου, θα σε μυρίσω και θα τα ξεχάσω όλα.
Πότε θα με φωτίσεις με το χαμόγελό σου. Πότε θα ακούσω το γέλιο σου.
Γιατί, τροφή μου ήταν αυτό σου το γέλιο και νερό μου κάθε σου βλέμμα.
Ακόμα και αυτά που με κοιτούσες παραπονεμένη, θλιμμένη ή και θυμωμένη ακόμα, γιατί προσπάθησα να σε (με) επαναφέρω στην τάξη, φέρνοντας στο μυαλό μου τον κανόνα των φίλων μου για τις καινούργιες αγάπες και να μη σε καλομάθω.
Ανεπιτυχώς. Πάντα.
Δε μετανιώνω λοιπόν για την περιπέτειά μου αυτή. Δεν αισθάνομαι τύψεις.
Και πώς μπορώ κιόλας, όταν αισθάνομαι τόσο καλά με τον εαυτό μου.
Κανείς δεν πρέπει να χρειάζεται να απολογηθεί για κάτι τόσο εξωπραγματικά όμορφο.
Γιατί εσύ, είσαι ό,τι πιο όμορφο και τρυφερό έχει υπάρξει ποτέ.
Κι ας ζηλεύει η μητέρα σου. Θα της περάσει. Γιατί την αγαπώ κι αυτή και το ξέρει.
Σχεδόν, όσο και σένα.