«Μου έδιναν έναν χρόνο ζωής, πέρασαν 30!»

Ουδέν κακόν αμιγές καλού, έλεγαν οι Αρχαίοι, και η ιστορία που ακολουθεί μας αποκαλύπτει ότι μπορούμε να βγούμε ακόμα και κερδισμένοι από μια κακή διάγνωση, εκτιμώντας τη ζωή πολύ περισσότερο.

 

Όταν μας λένε ότι υπάρχει κάτι που δεν πάει καλά με την υγεία μας, είναι λογικό να τρομάξουμε και να αγχωθούμε. Πόσο μάλλον όταν είμαστε νέοι, έχουμε μικρά παιδιά και θεωρούμε ότι έχουμε ακόμα ολόκληρη τη ζωή μπροστά μας. Κάπως έτσι είναι και η περίπτωση της Ιωάννας, μιας γυναίκας που στα 34 χρόνια της οι εξετάσεις της έδειξαν κάτι «ύποπτο» και οι γιατροί τής σύστησαν να διερευνήσει την κατάσταση περισσότερο. Όταν εκείνη ρώτησε αν μπορούσε να πάει πρώτα 20 ημέρες διακοπές με την οικογένειά της, όπως είχε προγραμματίσει, η απάντηση που πήρε ήταν σοκαριστική: «Πώς να πας διακοπές; Εσύ πεθαίνεις!». Και όμως, από τότε έχουν περάσει 30 χρόνια, στη διάρκεια των οποίων η Ιωάννα έχει καταφέρει να μεγαλώσει την κόρη της, αλλά και την εγγονή της.

Πώς ξεκίνησαν όλα

«Τον Ιούνιο του 1985 παρατήρησα πως ένας αδένας στον λαιμό μου ήταν διογκωμένος και καθώς είχα προσέξει επίσης πως τα τελευταία χρόνια, κυρίως τα καλοκαίρια, ένιωθα ατονία, αποφάσισα να κάνω αιματολογικές εξετάσεις. Τα αποτελέσματα -μου εξήγησαν οι γιατροί- ήταν ανησυχητικά, καθώς η καθίζηση ήταν 90 και ο αιματοκρίτης μου χαμηλός. Οι γιατροί είπαν ότι χρειαζόντουσαν και άλλες εξετάσεις. Τότε ρώτησα αφελώς αν θα μπορούσα να πάω για 20 ημέρες διακοπές στο νησί μας, όπως είχαμε προγραμματίσει, και να κάνω τις εξετάσεις τον Σεπτέμβριο πια. Δεν μου πέρναγε από το μυαλό ότι θα μπορούσε να ήταν κάτι τόσο επείγον, που δεν γινόταν να περιμένει μέχρι τον Σεπτέμβριο. Ήμουν πολύ νέα -34 ετών- για να έχω κάτι πολύ σοβαρό, σκεφτόμουν. Οι γιατροί μού είπαν ότι δεν καταλάβαινα τη σοβαρότητα της κατάστασης, ότι πέθαινα και ότι έπρεπε να ξεχάσω τις διακοπές. Όλο το καλοκαίρι έκανα εξετάσεις. Όταν η γιατρός μού είπε αόριστα πως η βιοψία κάτι δείχνει και πως θα πρέπει να κάνω κάθε μήνα εξετάσεις, άρχισα να συνειδητοποιώ πως κάποιο σοβαρό πρόβλημα υπήρχε. Τελικά, μου είπαν πως είχα παραπρωτεϊναιμία, μια νόσο εξαιρετικά σπάνια για νέους ανθρώπους. Εγώ ένιωθα καλά και δεν το είχα πάρει σοβαρά, στον άνδρα μου όμως είχαν πει πως μου απέμενε μόλις ένας χρόνος ζωής».

Θυμός και αντίδραση

«Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν ότι, επειδή η περίπτωσή μου ήταν σπάνια, ούτε οι γιατροί ήξεραν καλά τι συνέβαινε. Κάποιοι έλεγαν πως έπρεπε να κάνω θεραπεία και άλλοι όχι, γεγονός που με θύμωνε και με έκανε να τους εμπιστεύομαι λιγότερο. Έτσι, αντιδρούσα, κυρίως γιατί ένιωθα καλά, αλλά ξεκίνησα να ψάχνω, για να καταλάβω τι συνέβαινε, διαβάζοντας βιβλία. Σύντομα συνειδητοποίησα ότι επρόκειτο για ένα υφέρπον μυέλωμα, ένα μυέλωμα που δεν είχε δηλαδή ακόμα εκδηλωθεί. Οι γιατροί με έβαζαν να κάνω εξετάσεις κάθε ενάμιση μήνα. Η καθίζηση αυξανόταν και ο αιματοκρίτης μειωνόταν συνέχεια. Αναρωτιόμουν αν ήμουν τόσο άρρωστη όσο έλεγαν. Σιγά-σιγά άρχισα να αγχώνομαι και να σκέφτομαι την κόρη μου, που ήταν τότε σχεδόν 10 χρονών. Πώς θα μπορούσε το παιδί να συνεχίσει τη ζωή του χωρίς εμένα; Τους επόμενους μήνες αισθανόμουν καλά μόνο όταν ήμουν με κόσμο· ήθελα να βγαίνω, να διασκεδάζω, αλλά να μη συζητάω το πρόβλημά μου. Σταμάτησα να κάνω πράγματα που μπορεί να με στενοχωρούσαν ή να μου χαλούσαν τη διάθεση. Για το πρόβλημά μου δεν μίλαγα σε κανέναν παρά μόνο σε δύο φίλους, στον άνδρα μου και στους γονείς μου».

Δείτε τη συνέχεια στο apithano.gr

Close