Τα όνειρα της Κυριακής είναι μονάκριβα!

 

Ο χειμώνας είχε μπει για τα καλά, οι γονείς και οι δύο άνεργοι από καιρό, ζέσταιναν ένα δωμάτιο όλο κι όλο για να δίνουν στη μικρή Χριστίνα την αίσθηση της θαλπωρής. Ξημέρωσε Κυριακή, για τη μικρή ήταν μία μέρα που τη συνδύαζε με βόλτα, αλλά το τελευταίο καιρό (βάλε 1 χρόνο) η μαμά της έψαχνε δικαιολογίες να μην πάνε, μια και κάτι έπρεπε να της πάρουν, ειδικά τώρα που το χωριό του Αη Βασίλη είχε στηθεί φαρδιά πλατιά στο κέντρο της μικρής επαρχιακής πόλης που ζούσανε.

Κατέβηκε, ντυμένη σαν σαρμαδάκι, και χώθηκε κάτω από την κουβέρτα στον καναπέ, όπου έμενε μόνιμα ο μπαμπάς να κρατάει το τζάκι αναμμένο όλη νύχτα να σπάει το κρύο το πρωί, πριν πάει το παιδί σχολείο.
-Σήμερα τι θα κάνουμε;
Τι να πει και εκείνος, δύο χρόνια άνεργος, από εδώ και από εκεί να βρει 5 ευρώ να πάρει γάλα της μικρής και η φαντασία της μαμάς έκανε θαύματα στην άδεια κουζίνα καιρό τώρα.
-Θα δούμε, αγάπη μου, θα δούμε.
Κάνανε καφέ και άρχισαν να αναμασάνε τα ίδια, οι γιορτές έκαναν τα προβλήματα να φαντάζουν μεγαλύτερα και πιο απειλητικά από ό,τι τον υπόλοιπο καιρό. Πιάσανε τη συζήτηση, ενώ η μικρή φαινότανε να είναι απορροφημένη στην τηλεόραση. «Πάλι καλά που έχουμε ρεύμα», έλεγε η μαμά. Το είχανε κόψει την Παρασκευή, απελπισία, τρόμος, τι θα κάνουν, παρακάλεσαν, ικέτεψαν για επανασύνδεση αλλά μάταια, τουλάχιστον 200 ευρώ ήθελε ο διευθυντής. «Με 200 ευρώ που βγάζουμε όλο τον μήνα, πώς να δώσουμε και για το ρεύμα». Ο μπαμπάς δεν μιλούσε, τον έτρωγε η απραξία, η ανεργία, η απογοήτευση, γύρισαν στο σπίτι με τα πόδια, άνοιξαν το ρεύμα μόνοι τους. «Δεν πάνε να γ…ούν. Τι θα πω στο παιδί; Τι θα κάνουμε;». Σε λίγο η συζήτηση είχε ανάψει, η μικρή δεν μιλούσε, τους κοιτούσε πού και πού και έκανε πως έβλεπε τηλεόραση.
Εάν δεν επαναλαμβανότανε το θαύμα στην Κανά σύντομα, ήταν αδύνατο με 35 ευρώ και κάτι κέρματα να κάνουνε γιορτές. Όσο και να τα τραβάς, μόνο ένα παρόμοιο θαύμα θα μπορούσε να σώσει την κατάσταση. Η συζήτηση σε παρόμοιες καταστάσεις, μόνο αφορμή για καβγά προσφέρει και σπάνια λύσεις. Δεν είχε μείνει τίποτα να πουλήσουν, δεν είχαν τίποτα να περιμένουν. Σε κάποιο διάλειμμα του καβγά (όπως είχε εξελιχθεί) κοίταξαν τη Χριστίνα.
-Μπαμπά, μη μαλώνετε άλλο, κουράστηκα!
Μαζεύτηκαν, έκατσαν κοντά της και οι δύο. «Καλά, αγάπη μου, καλά. Εσύ τι έχεις;», τη ρώτησαν, μια και συνήθως δεν ήθελε ούτε καν έντονες συζητήσεις, πόσο μάλλον καβγά. Δεν μίλησε, φώναξε τη μαμά της, ήθελε να της πει ένα μυστικό. Έσκυψε από πάνω της.
-Τι είναι, αγάπη μου; Τι έχεις;, την ξαναρώτησε, ήρεμα.
-Μαμά, με ενοχλείτε έτσι που μαλώνετε. Με μπερδεύετε, δεν μπορώ να σκεφτώ.
-Γιατί, αγάπη μου, τι κάνεις και σε μπερδεύουμε;
-Κάνω όνειρα.

Τις Κυριακές κάνω όνειρα!

πηγη:http://www.protagon.gr


Close