Εξομολόγηση:Όταν φτάνει η στιγμή που πρέπει να ανοιξεις τη πόρτα και να φύγεις

 

Μια εξομολόγηση που θα σας ταρακουνήσει…Πως νιώθεις οτάν είσαι ένα βήμα πριν το χωρισμό..Ισώς αν μιλούσες,ισώς αν όλα αυτα που κρατάς μέσα σου τα ελέγες,που ξέρεις μπορεί κάτι να αλλάζε…Διαβάστε το κείμενο που διαβάσαμε στο .ihappy.

Καμιά φορά σε κοιτάζω εκεί που κάθεσαι και νιώθω να σε μισώ. Να σε μισώ τόσο πολύ που τα μάτια μου δακρύζουν και δεν μπορώ να αναπνεύσω καθώς πνίγω την κραυγή που μου τρυπάει το στήθος. Άλλες φορές θέλω να έρθω εκεί που κάθεσαι και διαβάζεις ή βλέπεις τηλεόραση και να ουρλιάξω μέσα στο πρόσωπο σου: κοίταξε με, άκουσε με, είμαι εδώ. Βλέπω σαν όνειρο τον εαυτό μου να σηκώνεται από την MOOUσυνηθισμένη γωνία του, να κλείνει με φόρα τον υπολογιστή να σε αρπάζει από τους ώμους και να σε ταρακουνάει. Η να παίρνει το κινητό που κρατάς στα χέρια και να το σπάει με φόρα στον τοίχο. Και άλλες φορές ονειρεύομαι ότι ανοίγω την πόρτα και φεύγω. Ξέρω ότι δεν θα με ψάξεις, ξέρω ότι αυτό περιμένεις αλλά δεν έχεις ούτε εσύ τη δύναμη να μου το ζητήσεις. Και άλλες φορές θέλω να κλάψω, τόσο πολύ και τόσο δυνατά ώστε να με ακούσεις. Δεν στο έχω πει αλλά τις νύχτες κλαίω δυνατά γιατί ελπίζω να με ακούσεις. Όμως εσύ στριφογυρνάς, αλλάζεις πλευρό και το κενό μεγαλώνει τόσο πολύ που ξέρω πια πως δεν θα σε φτάσω ποτέ.

Όμως δεν θα κάνω τίποτα από όλα αυτά. Θα καρφώσω το βλέμμα μου στον υπολογιστή, θα πνίξω την κραυγή μου και πολιτισμένα θα σε ρωτήσω αν ψώνισες μετά τη δουλειά όσα σου έγραψα στη λίστα του σουπερ μαρκετ. Θα απαντήσεις καταφατικά και το ίδιο πολιτισμένα θα πας στην κουζίνα να φτιάξεις φαγητό. Θα φάμε στη σιωπή, ο καθένας θα κοιτάει το πιάτο του ή το κινητό του. Θα πούμε κάτι για το φαγητό, ίσως πεις κάτι που έγινε στη δουλειά σου και θα προσποιηθώ ότι σε ακούω. Θα προσποιηθείς ότι με πιστεύεις και η σιωπή θα μας τυλίγει σαν άσπρο σάβανο. Το παιδί θα διακόπτει την αμηχανία, θα πει κάτι από το σχολείο του και μετά θα πάει να δει τηλεόραση. Ίσως γιατί δεν αντέχει άλλο την άβολη σιωπή. Ίσως γιατί δεν αντέχει τα κλάματα που πνίγονται, τα άδεια βλέμματα και τις κραυγές που δεν τολμούν να γίνουν ήχος.

Τελευταία σε κοιτάω και δεν σε μισώ πια. Η κραυγή μου μοιάζει να έχει εξασθενίσει. Σαν να μην έχει δύναμη να βγει από το στήθος. Το ότι δεν σε μισώ με φοβίζει. Γιατί δε νιώθω πια τίποτα για σένα. Γιατί δεν με νοιάζει πια που τόσα χρόνια τώρα αλλάζουμε δωμάτια να μην συναντηθούμε στο ίδιο σπίτι. Γιατί δε με νοιάζει που όταν έρχεσαι από τη δουλειά με βρίσκεις με τα ίδια χτεσινά ρούχα και τα άλουστα μαλλιά. Γιατί δε σε νοιάζει πια όταν τα μάτια μου είναι κόκκινα από το κλάμα. Γιατί πια δε με βλέπεις. Και δεν σε βλέπω ούτε εγώ. Και αναρωτιέμαι αν είδαμε πραγματικά ποτέ ο ένας τον άλλον.

Και όταν έρχομαι να σου μιλήσω ξέρω πως λέω πάντα αυτό που θα ε εκνευρίσει. Σαν κάτι να με σπρώχνει να σε κάνω να θυμώσεις, να είμαι κακιά μαζί σου, να σε πονέσω. Και όταν μου μιλήσεις ξέρεις πάντα τι να πεις για να με πληγώσεις, για να με κάνεις να θυμηθώ κάτι που πονάει, κάτι που θέλω να ξεχάσω.

Και προσπαθώ να θυμηθώ τι είναι αυτό που κάποτε μας έφερε τόσο κοντά. Και δεν μπορώ να θυμηθώ τίποτα πια. Και μόνο τότε καταλαβαίνω ότι μάλλον δεν υπήρξε. Και τώρα παγιδευτήκαμε σε μια ζωή που κανένας δεν αντέχει και που και οι δυο φοβόμαστε να αφήσουμε.

Και θα έρθει το επόμενο πρωί. Και θα φύγεις να πας στη δουλειά. Εγώ θα είμαι ακόμα με τα χθεσινά ρούχα και τα άλουστα μαλλιά. Και θα σε κοιτάω με άδειο βλέμμα. Θα σου θυμίσω να πάρεις φρούτα για το παιδί. Θα γνέψεις καταφατικά. Χωρις να πεις τίποτα άλλο θα ακούσω την πόρτα να κλείνει. Και θα αναρωτιέμαι αν κάποτε θα βρω τη δύναμη να κλείσω εγω αυτη την πόρτα για πάντα.