Εσύ δεν ήσουν πατερας…Εσύ ήσουν ΤΕΡΑΣ

Τώρα που έχουν περάσει σχεδόν 15 χρόνια, όλα αυτά που πέρασα από την ‘’οικογένεια’’ μου, μου φαίνονται τόσο μακρινά και εξωπραγματικά.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η μητέρα μου στα νιάτα της ήταν τραγουδίστρια και ο πα-τέρας μου ελεύθερος επαγγελματίας. Καρπός του έρωτα τους ήμουν εγώ και δύο μικρότερα αγόρια. Η μητέρα μας σε κάποια φάση παράτησε τον πατέρα μας και μαζί με εκείνον και εμάς τους τρεις. Ο πατέρας μας στις αρχές προσπάθησε να μας συντηρήσει, τουλάχιστον έτσι φαινόταν στα μάτια ενός μικρού παιδιού. Στην ουσία μας χρησιμοποιούσε για να επιβιώσει εκείνος. Το κράτος του είχε παραχωρήσει ένα μικρό τροχόσπιτο και μας γυρνούσε με αυτό από άκρη σε άκρη σε όλη την πόλη για να ζητιανεύει με την πρόφαση ‘’βοηθήστε τα παιδιά μου’’.

Όταν δεν είχε χρήματα ή όρεξη να ασχοληθεί , μας άφηνε στο τοπικό ορφανοτροφείο και μας έπαιρνε ξανά κοντά του μετά από τρεις μήνες. Η μητέρα μας στο ενδιάμεσο, είχε ξαναφτιάξει τη ζωή της κανονικά και είχε κάνει ένα άλλο κοριτσάκι. Για εκείνη, εμείς ήμασταν οι μακρινοί συγγενείς που θα έβλεπε δύο φορές το χρόνο και εάν.

Δε θυμάμαι ο εφιάλτης μου πότε ακριβώς ξεκίνησε γιατί ως τότε η ζωή μου γενικά ήταν ένα κακό όνειρο , ένα κακογραμμένο σενάριο φθηνής παραγωγής. Αυτό που ήρθε και επισφράγισε τους εφιάλτες μου όμως ήταν πέρα από κάθε φαντασία…

Για να μη σας τα πολυλογώ, λίγο πριν μπω στην εφηβεία, γύρω στα 9-10, όταν ζούσαμε με τον πατέρα μου, ένα βράδυ ξύπνησα και διαισθάνθηκα την ανάσα του πάνω μου.

‘’Μη μιλήσεις’’ με απείλησε ‘’αν μιλήσεις θα σκοτώσω τα αδέρφια σου!’’ και έτσι με βίασε.

Έκτοτε τα βράδια , που ήταν οι μοναδικές ώρες που ηρεμούσα και γαλήνευε η ψύχη μου, έγιναν και αυτά μαρτυρικά. Ο εφιάλτης που ζούσα ήταν απερίγραπτος, τη μέρα έτρεχα μαζί του σε χαμαλοδουλειές για να βγάλουμε κανένα μεροκάματο ή να ζητιανέψουμε και το βράδυ ζούσα το μαρτύριο μου. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, τα αδέρφια μου αντιλήφθηκαν τι συνέβαινε, προσπάθησαν να με βοηθήσουν , να πατήσουν πόδι, αλλά το ξύλο που έφαγαν , ακόμα το θυμούνται.

Η κατάσταση αυτή κράτησε περίπου 5 χρόνια . Δε μπορούσα δυστυχώς να μιλήσω σε κανέναν γιατί φοβόμουν τόσο πολύ για εμένα και τα αδέρφια μου. Φοβόμουν ότι θα μας σκοτώσει όλους και έτσι το υπέμενα .

Κάποια στιγμή ο ‘’κύριος’’ αναγκάστηκε να μας αφήσει για άλλη μια φορά στο ίδρυμα. Ήταν καλοκαίρι το θυμάμαι σαν τώρα. Εκεί ξαναβρήκα για λίγο τη χαμένη μου αθωότητα, έπαιζα με τα αδέρφια μου ξέγνοιαστα και τα βράδια κοιμόμουν επιτέλους αμόλυντη. Τι πολυτέλεια! Ένα Σ/Κ αποφασίζουν να μας πάνε εκδρομή με το ίδρυμα. Βάζουμε τα μαγιό μας και φτάνουμε σε μια πολύ όμορφη παραλία. Αμέσως πετάω χαρούμενη τα ρούχα μου και ασυναίσθητα τρέχω με τα άλλα παιδιά για να βουτήξουμε.

Δεν είχα προσέξει ότι με κοίταζαν καχύποπτα οι γύρω μου, τι το αφύσικο έκανα έτρεξα να παίξω με το νερό! Μόνο τα αγόρια ήταν τόσο θαρραλέα ώστε να βουτήξουν αμέσως και να βγάλουν και τα ρούχα τους, και εγώ μαζί τους! Τα υπόλοιπα κορίτσια με κοίταζαν συνοφρυωμένα από μακριά , ούτε λόγος να με πλησιάσουν, αλλά εγώ ζούσα ένα όνειρο. Που θα είχα πάλι ευκαιρία για θάλασσα, ήλιο και παιχνίδι; Μια κοινωνική λειτουργός που μας συνόδευε, με παρακολουθούσε προσεχτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της εκδρομής.

Όταν επιστρέψαμε στο ίδρυμα με φώναξαν στο γραφείο. ‘’Σοφία, παρατήρησα κάτι σήμερα που κέντρισε το ενδιαφέρον μου. Ενώ όλα τα κορίτσια ντράπηκαν να βγάλουν τα ρούχα τους και να μπουν στη θάλασσα με τα αγόρια , εσύ έτρεξες από τους πρώτους κοντά τους. Παρατήρησα επίσης κάποιες κινήσεις που δεν αρμόζουν σε ένα κορίτσι της ηλικίας σου και μια υπερβολική οικειότητα με το σώμα σου. Συμβαίνει κάτι όταν βρίσκεσαι στον πατέρα σου το οποίο θα ήθελες να μας πεις ;’’

Εκείνη τη στιγμή έχασα όλο μου τον κόσμο! Αφενός , αν μιλούσα μπορεί το μαρτύριο μου να τελείωνε για πάντα και να με έσωζαν , αλλά από την άλλη , αν δεν τους ένοιαζε τόσο , ο πατέρας μου θα σκότωνε τα αδέρφια μου όπως είχε πει! Δεν ήξερα τι να κάνω. Τότε ακολούθησε μια σειρά ερωτήσεων στην προσπάθεια τους να με ψυχολογήσουν ε και εγώ δεν άντεξα, όσο και αν προσπάθησα να κάνω την αδιάφορη και την ανήξερη, να συγκρατήσω τα συναισθήματά μου, κάποια στιγμή ξέσπασα σε κλάματα με λυγμούς. Δεν μπορούσα σχεδόν να ανασάνω, αλλά τα ομολόγησα όλα, και κυρίως το πόσο φοβόμουν για τη ζωή μας!

Από το ίδρυμα θυμάμαι να μεταφέρομαι στο τμήμα, ανάκριση σε αστυνομικούς , τον πατέρα μου αργότερα να έρχεται στο αυτόφωρο και εγώ να τρέμω σαν το ψάρι ακόμα και τότε, περικυκλωμένη από αστυνομικούς και κοινωνικούς λειτουργούς. Ύστερα εκείνος φυλακίστηκε και εμείς μείναμε στο ίδρυμα μέχρι τα 18 . Μετά την ενηλικίωση μας βρήκαμε σπίτι , δουλειά, φτιάξαμε ξανά τη ζωή μας από το μηδέν , οι τρεις μας και ενταχθήκαμε ομαλά στην κοινωνία. Έλαβα πολύ αγάπη και κατανόηση από το νέο μου περιβάλλον , τους φίλους μου, τον κύκλο μου. Αυτή τη στιγμή που σας γράφω εκκρεμούν ακόμα κάποια δικαστήρια εις βάρος του τέρατος, αλλά το μόνο που με νοιάζει πλέον είναι να δώσω αγάπη στον σύζυγο μου και στο γιο μου και να ζήσουμε ευτυχισμένοι. Μην ξεχνάτε ποτέ να πολεμάτε για το καλύτερο και ακόμα και όταν ζείτε τον πιο σκοτεινό εφιάλτη να έχετε πίστη και ελπίδα ότι θα ζήσετε ένα καλύτερο αύριο και ότι αυτό σας αξίζει.

via


Close