«Μετά από λίγη ώρα βρισκόταν στο πάτωμα…Ούτε που ήξερε για πόση ώρα τη χτυπούσε» Ήρθε η ώρα να πεις ΑΡΚΕΤΆ

Δυστυχώς δεν περιγράφεται μία ιστορία φαντασίας ή κάποια ιστορία από ταινία, αλλά μία πραγματικότητα που βιώνουν πολλές γυναίκες και που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να ξεφύγουν από αυτήν.

Μπορεί να συμβαίνει σε εσάς, σε κάποια φίλη σας, ακόμη και στο γείτονά σας. Είναι μία κατάσταση πολύ κοινή και που δυστυχώς θέλει τις γυναίκες να σιωπούν και να υπομένουν, ελπίζοντας πως κάποια στιγμή θα αλλάξει. Αλλά ποτέ δεν θα αλλάξει, ούτε εκείνος, ούτε το τι κάνει πάνω στη γυναίκα του.

Το παρακάτω κείμενο, περιγράφει με τον πιο απλό, περιγράφικο και παραστατικό τρόπο τη ζωή αυτή μέσα από τα μάτια μιας γυναίκας κακοποιημένης, εξαρτημένης στον άνδρα της, που αδυνατεί να ξεφύγει από κοντά του. Μέχρι πότε όμως;

Της Βασιλικής Λυμπεροπούλου

Όταν τον γνώρισε ήταν πολύ ευτυχισμένη. Η Αλίκη είχε βρει επιτέλους έναν άνθρωπο να της ταιριάζει, να τη συμπληρώνει, να την κάνει να ξεφεύγει από την καθημερινότητα.

"Μετά από λίγη ώρα βρισκόταν στο πάτωμα...Ούτε που ήξερε για πόση ώρα τη χτυπούσε" Ήρθε η ώρα να πεις ΑΡΚΕΤΆ

Δειτε ακομα Πως να απομακρύνετε από τη ζωή σας τις έμμεσες μορφές κακοποίησης

Σύντομα, πήγε να μείνει μαζί του. Ένιωθε πως τον αγάπησε από την πρώτη στιγμή. Γαντζώθηκε από πάνω του για να σωθεί από το μαρτύριο που βίωνε στο σπίτι. Ο πατέρας της συχνά γύριζε μεθυσμένος και δεν ήταν λίγες οι φορές που κρυβόταν στη ντουλάπα και παρακολουθούσε γεμάτη τρόμο τη μητέρα της να υπομένει τον ξυλοδαρμό από τον άντρα της.

Τώρα όλα τελείωσαν. Θα έφευγε από το σπίτι και δεν θα ζούσε ξανά τέτοιες καταστάσεις.

Το όνειρο όμως σύντομα έγινε εφιάλτης.
Ένα μόλις μήνα μετά τη γνωριμία τους, ο Διονύσης έγινε απότομος, ζηλιάρης και κτητικός.

Ίσως καταλάβαινε πως η Αλίκη το είχε ανάγκη και εκμεταλλευόταν αυτή την αδυναμία της. Δεν την πείραζε όμως. Τον αγαπούσε.

Δεν την άφηνε να βγαίνει πολύ έξω… Μέχρι το ψιλικατζίδικο κι αυτό μόνο αν ήταν ανάγκη.

Θύμωνε όταν χτυπούσε το τηλέφωνό της. Έπρεπε να ελέγχει κάθε κλήση και κάθε μήνυμα.

Μέχρι που η Αλίκη κουράστηκε και το έκλεισε τελείως. Δεν θα το ξαναχρησιμοποιούσε. Αν είναι να της δημιουργεί τόσα πολλά προβλήματα, καλύτερα να μην είχε καθόλου κινητό.

Το σταθερό γιατί το είχαν άλλωστε; Ενημέρωσε και τους δικούς της να της τηλεφωνούν στο σπίτι. Όμως, τύχαινε πολλές φορές να το σηκώνει εκείνος και… δεν ήταν πολύ ευγενικός.

Έτσι, σιγά σιγά απομακρύνθηκε από όλους τους συγγενείς και τις φίλες της.

Πολλές φορές τα σκεφτόταν αυτά, άλλες τον δικαιολογούσε, άλλες αγανακτούσε και σκεφτόταν να χωρίσει. Μα πού θα πήγαινε, αν έφευγε από το σπίτι του; Πίσω στους δικούς της; Το κλίμα ήταν πολύ χειρότερο εκεί…

Δεν πέρασε πολύς καιρός, ώσπου αποφάσισε να ανοίξει το κινητό της και να αρχίσει να τηλεφωνεί ξανά στις φίλες της. Θα του εξηγούσε πως δεν είναι και τόσο κακό πια να έχει μια – δυο φίλες.

Και του το εξήγησε…

Μετά από λίγη ώρα βρισκόταν στο πάτωμα. Η μύτη της είχε ματώσει. Ίσως να είχε πληγές και κάπου αλλού. Δεν είχε κουράγιο να σηκωθεί. Ούτε που ήξερε για πόση ώρα τη χτυπούσε. Τουλάχιστον τώρα είχε φύγει.

Προσπάθησε να σηκωθεί. Κουτσαίνοντας πήγε μέχρι το μπάνιο για να ξεπλύνει τα αίματα από το πρόσωπό της.
Πήρε ένα μπουφάν για να φύγει από αυτό το σπίτι.

Όμως… η πόρτα δεν άνοιγε. Ήταν κλειδωμένη. Βγήκε στο μπαλκόνι. Ήταν πολύ ψηλά για να πηδήξει.

Τα τηλέφωνα; Έψαξε παντού. Δεν υπήρχε τηλέφωνο στο σπίτι.

Σε λίγο άκουσε την πόρτα. Ο Διονύσης επέστρεψε.

Η Αλίκη ένιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατά. Δεν ήξερε σε τι ψυχολογική κατάσταση ήταν εκείνος. Ο Διονύσης την πλησίασε. Ο τρόμος ζωγραφίστηκε στα μάτια της και με μια νευρική κίνηση προσπάθησε να απομακρυνθεί από κοντά του.

Δειτε ακομα Μια συγκλονιστική εξομολόγηση μιας γυναίκας: Γράμμα στον βίαιο πρώην μου, τώρα που απέκτησε παιδί…

«Μη φοβάσαι», ψέλλισε. «Συγνώμη, είμαι απαράδεκτος. Δεν ξέρω τι με έπιασε. Συγνώμη. Συγνώμη».

Η Αλίκη τον κοιτούσε έκπληκτη. Πρώτη φορά ο Διονύσης έδειχνε τόσο αδύναμος. Πρώτη φορά είδε στα μάτια του δάκρυα. Φαινόταν πραγματικά μετανιωμένος και –τι ειρωνεία – τον λυπήθηκε. Τον συγχώρησε από την πρώτη του λέξη.

Κουτσαίνοντας πήγε κοντά του και τον αγκάλιασε. Προσπάθησε να τον φιλήσει, αλλά οι πληγές στα χείλη της δεν την άφησαν.

Οι μέρες κυλούσαν πιο ήσυχα πια, όμως ο εκνευρισμός και οι φωνές του Διονύση δεν έλειπαν.

Μέχρι που μια μέρα ξαναέγινε. Και ο λόγος; Τον ενοχλούσε η τηλεόραση.

Και πάλι γύρισε μετανιωμένος.

Η Αλίκη έβαλε μέικ – απ στις μελανιές στο πρόσωπό της και τον συγχώρησε ξανά.

Και ξανά…
Και ξανά…

Είχε ξεχάσει πια πόσες φορές την είχε αφήσει αιμόφυρτη πάνω στα πλακάκια του σαλονιού, κλειδώνοντας την πόρτα πίσω του.

Οι γείτονες τη ρωτούσαν, προσπαθούσαν να τη βοηθήσουν. Εκείνη όμως τον κάλυπτε. Έλεγε πως έβλεπαν ταινίες, πως σκόνταψε στις σκάλες και διάφορες άλλες δικαιολογίες. Κατά βάθος, πίστευε πως έφταιγε η ίδια για την συμπεριφορά αυτή. Έπρεπε να είναι πιο προσεκτική για να μην τον κάνει να θυμώνει!

Σκεφτόταν τη μητέρα της. Πόσες φορές την κατηγορούσε που δεν αντιδρούσε, που δεν έφευγε. Και κατέστρεφε έτσι τον εαυτό της και το παιδί της!

Και τώρα ζει την ίδια ιστορία. Τον ίδιο εφιάλτη με πρωταγωνιστή τον εαυτό της. Και τώρα; Γιατί εκείνη δεν έφευγε; Γιατί ανεχόταν αυτή τη βίαιη συμπεριφορά; Γιατί τον λυπόταν κάθε φορά και επέστρεφε;

Πώς μπορείς να συνεχίζεις ένα λάθος, όταν μάλιστα γνωρίζεις τις τραγικές του συνέπειες;

Κι αν αργότερα κάνουν ένα παιδί; Θα βιώνει όσα βίωσε κι εκείνη;

Όχι, δεν θα μπορούσε. Το αποφάσισε. Θα έφευγε το βράδυ. Έκρυψε μια μικρή τσάντα με λίγα πράγματα. Πήρε και το κινητό της.

Έπεσαν για ύπνο. Βρήκε τα κλειδιά. Άνοιξε την πόρτα κι έφυγε. Είχε σκεφτεί ακριβώς τι θα κάνει.

Στο σπίτι των γονιών της δεν μπορούσε να πάει. Θα την έβρισκε αμέσως.

Είχε μαζέψει μερικά χρήματα, που θα της πρόσφεραν στέγη και φαγητό για λίγες μέρες. Θα έψαχνε δουλειά. Δεν μπορεί… Κάτι θα γίνει.

Έφυγε… Έτρεχε μέσα στους δρόμους και συχνά κοιτούσε πίσω μήπως την ακολουθεί κάποιος. Βρήκε ένα δωμάτιο σε ένα φτηνό ξενοδοχείο. Το πρωί ρώτησε μήπως χρειάζονται υπάλληλο. Και η τύχη της χαμογέλασε για πρώτη φορά. Από την ίδια κιόλας μέρα έπιασε δουλειά.

Πέρασε μία ολόκληρη εβδομάδα χωρίς να έρθει σε επαφή με το Διονύση. Την έψαξε άραγε; Ανησύχησε;

Ένιωσε πως άρχισε να της λείπει. Σκεφτόταν τις καλές στιγμές που περνούσαν, τις υποσχέσεις του, τις συγνώμες του.

Ενεργοποίησε το κινητό της. Είχε εκατοντάδες κλήσεις και μηνύματα από αυτόν. Της έγραφε πως όταν γυρίσει όλα θα είναι διαφορετικά.

Τον πίστεψε για άλλη μια φορά. Του έστειλε μήνυμα κι εκείνος αμέσως την πήρε τηλέφωνο. Του είπε τη διεύθυνση του ξενοδοχείου όπου δούλευε και σε λίγα λεπτά βρισκόταν απέξω.

Μπήκε στο αμάξι και επέστρεψαν σπίτι. Ήξερε βαθιά μέσα της πως αυτή της την απόφαση, θα τη μετάνιωνε. Αλλά ένιωθε πως δεν μπορούσε να ζήσει μακριά του.

Το ίδιο κιόλας βράδυ τη χτύπησε τόσο πολύ, που η Αλίκη λιποθύμησε. Ξύπνησε μέσα σε ένα νοσοκομείο. Οι γείτονες δεν άντεξαν τις φωνές και κάλεσαν την αστυνομία.

Ο Διονύσης είχε εξαφανιστεί. Δίπλα της ήταν μόνο η κυρία που έμενε στο διπλανό διαμέρισμα. Ήταν εκείνη που πολλές φορές είχε προσπαθήσει να της μιλήσει, αλλά η Αλίκη – πάντα ευγενική – άλλαζε κουβέντα.

Η Αλίκη κατάφερε να ψελλίσει ένα ευχαριστώ.

Την άλλη ημέρα, η γυναίκα μίλησε στην Αλίκη για τα διάφορα κέντρα στήριξης κακοποιημένων γυναικών. Της έδωσε μερικά τηλέφωνα και της είπε πως για ό, τι χρειαστεί, να την ειδοποιήσει.

Η γυναίκα αυτή της έδωσε το θάρρος που χρειαζόταν. Μέχρι τότε δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να τα καταφέρει μόνη της.

Τώρα, πείστηκε πως αυτή είναι η καλύτερη λύση. Δεν θα μπορούσε να ξεμπλέξει εύκολα, όχι μόνο από τον Διονύση, αλλά από τον ίδιο της τον εαυτό που συνέχεια επέστρεφε. Ένιωθε εξάρτηση.

Χρειαζόταν τη βοήθεια ειδικών. Θα τη ζητήσει και όλα θα αλλάξουν. Αυτή τη φορά δεν θα γυρίσει ξανά…

Αυτή τη φορά δεν είναι μόνη…

Δειτε ακομα Όταν δάκρυσε η Barbie. Μία κακοποιημένη γυναίκα εξομολογείται

Με ένα κλικ εδώ δείτε όλα μας τα αρθρα


Close