Τα δύο εγκλήματα στην ίδια οικογένεια έχουν προβληματίσει τις Αστυνομικές Αρχές. Συνδέεται με κάποιον τρόπο η δολοφονία του θείου του 27χρονου που είχε βρεθεί το 1999 σε ρέμα με τη δολοφονία του 27χρονου στη Νέα Πέραμο; Το ξέσπασμα του πατέρα του αδικοχαμένου νέου.
Στη Νέα Πέραμο είναι στραμμένα όλων τα τελευταία 24ωρα, αφού 27χρονος που είχε απαχθεί για 10 μέρες και δεχόταν φριχτά βασανιστήρια τελικά βρέθηκε νεκρός με 10 βολές. Ο πατέρας του αδικοχαμένου νεαρού που είχε λευκό ποινικό μητρώο ξεσπά λέγοντας μεταξύ άλλων «Θέλω να βρεθούν τα αποβράσματα που έκαναν κακό στον γιο μου».
Τα βασανιστήρια του 27χρονου
Δύο 24ωρα μετά τη στυγερή δολοφονία του 27χρονου στη Νέα Πέραμο, τα νέα στοιχεία για την απαγωγή και το έγκλημα, οι μαρτυρίες δικών του ανθρώπων στο Live News κι η πορεία της αστυνομικής έρευνας στο δρόμο της εξιχνίασης, κρατούν για ακόμα μια μέρα την υπόθεση – φρίκης στην κορυφή της επικαιρότητας, με τις Αρχές να προσπαθούν να βρουν απαντήσεις για μια σειρά από γρίφους.
Το Live News παρουσιάζει τα συμπεράσματα του ιατροδικαστή για το μαρτύριο που έζησε το θύμα και τα ερωτήματα που βασανίζουν στενούς συγγενείς του. Οι άγνωστοι που τον απήγαγαν φαίνεται πως τον βασάνιζαν για μέρες και την περασμένη Κυριακή τον σκότωσαν πισώπλατα.
Η απαγωγή σημειώθηκε τη νύχτα της 26ης Ιανουαρίου έξω από το σπίτι της συντρόφου του στην Ελευσίνα. Έξι 24ωρα μετά, ο 27χρονος εντοπίστηκε νεκρός σε ρέμα στη Νέα Πέραμο. «Άπειρα τα ερωτηματικά. Γιατί να τον σκοτώσουν με τέτοιο τρόπο λες και ήταν ο βαρόνος της νύχτας. Δεν ξέρω και εγώ τι».
Όπως μας λέει ο θείος του θύματος, οι δράστες δεν επικοινώνησαν με κανέναν για να ζητήσουν λύτρα μετά την απαγωγή. Ο 27χρονος δεν έδειχνε το τελευταίο διάστημα να φοβάται κάτι. «Δεν είχε παραπονεθεί. Κυκλοφορούσε άνετος. Δηλαδή δεν είχε δείξει σημάδια ότι ‘ωπ, φοβάμαι κάτι, Α, μην πάω εκεί. Α, μην βγω το βράδυ’. Τίποτα απολύτως».
Ποιοι και γιατί είχαν βάλει στο στόχαστρο τον 27χρονο; Τι έλεγε ο ίδιος στην σύντροφό του, το τελευταίο διάστημα; Πότε οι εκτελεστές πήραν την απόφαση να βάψουν τα χέρια τους με αίμα; Πρόκειται για συμβόλαιο θανάτου; Τίποτα για την ώρα δεν μπορεί να αποκλειστεί.
«Από την ώρα που τον πήραν μέχρι και τη μέρα που μάθαμε ότι ‘έφυγε’ από τη ζωή ούτε αναπάντητη δεν είχαμε. Όλοι ήμασταν με το τηλέφωνο στο χέρι μήπως μας πάρει κάποιος τηλέφωνο να ζητήσει λύτρα. Κάτι, οτιδήποτε. Αν για εσάς είναι πέντε τα ερωτηματικά για εμάς είναι χίλια. Άμα ήταν θα τον ‘έτρωγαν’ εκεί επιτόπου. Γιατί τον πήραν; Γιατί τον κράτησαν έξι μέρες;».
Όπως αποκαλύπτει το Live News, από την ιατροδικαστική εξέταση που διενεργήθηκε, διαπιστώθηκε πως τη νύχτα της απαγωγής, οι δράστες ξυλοκόπησαν τον 27χρονο. Το θύμα έφερε κακώσεις στα χείλη από γροθιά και ένα επιφανειακό σκίσιμο στο μέτωπο.
«Μας τσάκισε και εμάς γιατί νομίζαμε ότι τουλάχιστον δεν υπέφερε. Αλλά δυστυχώς από ό,τι φαίνεται, υπέφερε. Τώρα γιατί το κάνανε… Ο Θεός και η ψυχή του που λέμε. Και εμείς προσπαθούμε να βγάλουμε μία άκρη».
Όλη την περασμένη εβδομάδα το θύμα βρισκόταν στα χέρια των απαγωγέων του, σε άγνωστη τοποθεσία. Προχθές ο 27χρονος εντοπίστηκε νεκρός. Η ιατροδικαστική εξέταση έδειξε ότι το θύμα δέχτηκε συνολικά 10 βολές. Οι 9 στην πλάτη και η 10η στο πίσω μέρος του κρανίου του. «Το μόνο που ευχόμαστε είναι η Αστυνομία να κάνει αυτό που πρέπει να κάνει. Να πιαστούν οι άτιμοι. Πρέπει να ησυχάσει η ψυχή του».
Γιατί οι δράστες σκότωσαν τον 27χρονο μετά από 6 ολόκληρες μέρες; Το έκαναν επειδή το θύμα προσπάθησε να διαφύγει; Ή μήπως το σημείο που επέλεξαν για την εκτέλεση ήταν και αυτό μέρος του σχεδίου τους, για να αποπροσανατολίσουν τις Αρχές.
Στο άκουσμα της τραγικής είδησης, η μητέρα του 27χρονου ταξίδεψε από την Κρήτη στην Αθήνα και ενημερώθηκε για τον μαρτυρικό θάνατο του παιδιού της. Η ίδια φέρεται να είπε πως δεν είχε διαισθανθεί ότι κινδύνευε ο γιος της.
Ο 27χρονος λειτουργούσε μόνος το τελευταίο διάστημα μια εργολαβική εταιρεία και έμενε στο σπίτι της συντρόφου του, στην Ελευσίνα. Εκεί έμελλε να ξεκινήσει και η αντίστροφη μέτρηση της ζωής του. Ήταν οι δράστες της απαγωγής οι μετέπειτα δολοφόνοι του; Είχαν εκείνοι ανοιχτούς λογαριασμούς μαζί του ή μήπως λειτούργησαν για άτομο που τους πλήρωσε;
Το θύμα είχε λευκό ποινικό μητρώο και δεν είχε απασχολήσει ποτέ τις Αρχές. Ο θείος του, μας λέει ότι πριν από περίπου δύο χρόνια, είχε βγει ζωντανός ο ανιψιός του από τροχαίο, στο οποίο είχε σκοτωθεί ένας από τους καλύτερους φίλους του. «Την γνάθο του είχε σπάσει.
Πήγε, νοσηλεύτηκε. Έμεινε μία μέρα, δύο αν δεν κάνω λάθος, κάπου εκεί. Ο οδηγός έχει συγχωρεθεί», είπε ο θείος του 27χρονου. Οι εικόνες, οι μαρτυρίες και τα επίσημα στοιχεία της ιατροδικαστικής εξέτασης βρίσκονται στο μικροσκόπιο. Για την ώρα όμως το τοπίο γύρω από το άγριο έγκλημα παραμένει εξαιρετικά ομιχλώδες.
Τα ευρήματα της ιατροδικαστικής
Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, ο 27χρονος δέχτηκε συνολικά 10 βολές, εκ των οποίων οι 9 στην πλάτη και η μία στο πίσω μέρος του κρανίου. Τρεις από τις σφαίρες ήταν διαμπερείς και εντοπίζονται στο ύψος του θώρακα.
Μία ώρα πριν δολοφονηθεί ο 27χρονος είχε φάει, το οποίο αναγνωρίστηκε ως πλιγούρι – ταμπουλέ. Κακώσεις από γροθιές εντοπίστηκαν στο άνω και κάτω χείλος και στο μεσόφρυο, εκτιμώμενες ως τραυματισμοί που προέκυψαν τη μέρα της απαγωγής.
Το υπόλοιπο σώμα ήταν καθαρό από κακώσεις, χωρίς ίχνη βασανισμού ή ξυλοδαρμού. Όταν τον σκότωσαν, οι δράστες έβαλαν φωτιά προκειμένου να εξαφανίσουν τα ίχνη τους. Ωστόσο, η φωτιά είχε ως αποτέλεσμα να εξαφανιστούν κρίσιμα στοιχεία, όπως δακτυλικά αποτυπώματα, DNA κάτω από τα νύχια και πιθανές ενδείξεις δεσίματος των χεριών. Οι δράστες φαίνεται ότι επέμειναν να κάψουν τα χέρια του 27χρονου, ενώ το πρόσωπο του θύματος παρέμεινε τελείως ανέπαφο από τη φωτιά.
Καταθέτει η σύντροφος του 27χρονου
Νωρίτερα το απόγευμα της Τρίτης η σύντροφος του 27χρονου κατέθεσε στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών στη ΓΑΔΑ, με τις Αρχές να εκτιμούν πως οι απαντήσεις της θα μπορούσαν να ρίξουν φως στην υπόθεση δολοφονίας. Παράλληλα, οι Αρχές εκτιμούν ότι οι απαγωγείς είχαν επικοινωνήσει με συγγενικό πρόσωπο του 27χρονου.
Στο «Live News» μιλά ο πατέρας του 27χρονου που δολοφονήθηκε στη Νέα Πέραμο, ζητώντας την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης και την παραδειγματική τιμωρία των δραστών. Όπως δηλώνει, δεν γνωρίζει αν ο γιος του δεχόταν απειλές ή αν είχε εχθρούς, επισημαίνοντας ότι αυτά είναι ζητήματα που διερευνά η Ασφάλεια. Ακόμη, τόνισε πως ο ίδιος και η οικογένεια δεν είχαν αντιληφθεί κάτι ανησυχητικό, καθώς οι τελευταίες συναντήσεις τους ήταν απολύτως φυσιολογικές και χωρίς εντάσεις.
«Δεν υπάρχει ο γιος μου στη ζωή να μου πει αν δεχόταν απειλές ή αν δεν δεχόταν, αυτό το ξέρει η Ασφάλεια και θα το βρει η Ασφάλεια. Εγώ δεν γνωρίζω λεπτομέρειες τέτοιες ή το γνωρίζουν οι συγγενείς, οι στενοί που τον αγαπούσαν, εννοώ η μάνα του, όλο το σόι από εκεί. Το σόι που τον αγαπάει και κάνει πως τον αγαπάει να μου πει, αν είχε εχθρούς ή δεν είχε. Εννοείται ότι είχα σχέσεις, με τον γιο μου δεν θα είχα σχέσεις;», είπε και συνέχισε:
«Εγώ τελευταία φορά τον είχα δει σε ένα δικαστήριο που είχαμε για μία υπόθεση του πατέρα μου, τον είχα δει πρόσφατα και είχαμε μιλήσει, δεν είχα δει κάποιο σημάδι, ήταν όλα εντάξει. Και η κόρη μου τον είχε δει, είχε έρθει μία βόλτα από εδώ, τον είχε δει, είχαν μιλήσει, είχαν αγκαλιαστεί, είχαν φιληθεί, τα πάντα, όλα κομπλέ, δεν υπήρχε κάποιο πρόβλημα.
Δεν μου είπε τίποτα το παιδί, ούτε σε εμένα, ούτε στην κόρη μου. Η κόρη μου ακόμα δεν το έχει αντιληφθεί, ότι ο αδελφός της είναι αυτός, νομίζει ότι είναι ψέματα. Ακόμα και χθες μου έλεγε ‘μήπως δεν είναι αυτός; Μήπως είναι… Πλάκα μας κάνουν;’».
«Πρόσφατα, πριν γίνει το κακό, που τον πήρανε, τρεις ημέρες πριν, τον είχα δει στα παλιά δικαστήρια της Αλεξάνδρας. Δεν είχαμε καμιά αντιδικία. Μάρτυρες ήμασταν και οι δύο για τον πατέρα μου, μάρτυρες, ούτε κατηγορούμενοι. Μάρτυρες σε ένα δικαστήριο για τον πατέρα μου. Εγώ δεν γνωρίζω αν ενοχλούσε κάποιον. Εγώ ξέρω ότι είχε ένα μαγαζί ευρέσεως, που έβρισκε εργάτες. Αυτό γνωρίζω εγώ, αυτήν τη δουλειά ξέρω το παιδί ότι έκανε, τίποτα παραπάνω δεν ξέρω».
«Θέλω να βρεθεί ο δολοφόνος του παιδιού μου και να οδηγηθεί στη φυλακή», δήλωσε ο πατέρας του 27χρονου, προσθέτοντας πως πιστεύει ότι οι υπεύθυνοι θα εντοπιστούν σύντομα. «Εγώ θέλω να βρεθεί ο δολοφόνος του παιδιού μου και να πάει μέσα, φυλακή. Όποιος το έχει κάνει, τέτοια αποβράσματα δεν πρέπει να κυκλοφορούν.
Το κράτος πρέπει κάτι να κάνει. Δεν υπάρχει δικαιοσύνη. Οι πινακίδες, η Ασφάλεια λέει ότι ήταν κλεμμένες από Θεσσαλονίκη, από ό,τι λέει η Ασφάλεια. Η Αστυνομία κάνει την δουλειά της. Η Αστυνομία ψάχνει να βρει τον δολοφόνο και θα βρεθεί ο δολοφόνος. Αυτοί που το έχουν κάνει θα βρεθούνε, σύντομα θα βρεθούνε. Το πιστεύω ότι θα βρεθούνε σύντομα».
«Θέλω να βρεθεί ο δολοφόνος, ο φονιάς του παιδιού μου που τον βασανίσανε, θέλω να περάσουν τα ίδια ακριβώς. Να περάσουν τα ίδια ακριβώς και χειρότερα ακόμα. Εγώ δουλεύω από 11 χρονών παιδί. Έχω δουλέψει σε βενζινάδικο, έχω δουλέψει σε φορτηγό δημοσίας και έχω δύο φορτηγά δημοσίας, δεν έχει καμία σχέση το ένα με το άλλο. Δηλαδή όποιος έχει οικονομική επιφάνεια τον σκοτώνουμε; Τα έχω ξαναπεράσει, έχω χάσει και αδελφό έτσι, το 1999. Ξαναζώ το δράμα. Σκότωσε τον αδελφό μου, η νύφη μου», είπε.
Η εκτέλεση του 27χρονου επιχειρηματία στη Νέα Πέραμο, μετά από 6 μέρες ομηρίας, δεν είναι το πρώτο φρικτό έγκλημα που βιώνει η οικογένειά του. Το 1999, ο θείος του δολοφονείται μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Ένα έγκλημα πάθους που συγκλονίζει όλη την Ελλάδα και γίνεται πρωτοσέλιδο επί μήνες ως την εξιχνίασή του.
Το χρονικό
Μεσάνυχτα 1ης Ιουνίου 1999. Ο 29χρονος Γιώργος Βροντάκης δολοφονείται στην κρεβατοκάμαρά του με δύο μαχαιριές στην πλάτη και μία στον λαιμό. Η σύζυγός του ισχυρίζεται ότι στο σπίτι μπήκαν τρεις ληστές. Σκότωσαν τον άντρα της, έδεσαν και φίμωσαν εκείνη. Ο γιος τους, 9 χρόνων τότε, ήταν εκείνος που την έλυσε για να ειδοποιήσει τελικά την Αστυνομία.
Το ματωμένο μαχαίρι εντοπίζεται σε μία οικοδομή 50 μέτρα από το σπίτι του δολοφονημένου, από τον ίδιο του τον πατέρα. Οι δράστες έχουν προλάβει να εξαφανιστούν. Επί μήνες, η σύζυγος του 29χρονου άνδρα θρηνεί για τον χαμό του. Εμφανίζεται συντετριμμένη και ζητά δικαίωση για εκείνη και τα παιδιά της. Η αλήθεια όμως ήταν τελείως διαφορετική.
Πέρασαν 9 ολόκληροι μήνες, με την Αστυνομία όλο αυτό το διάστημα να συλλέγει στοιχεία ώσπου έφτασε στην άκρη του νήματος. Τα όσα αποκαλύφθηκαν τότε προκάλεσαν ανατριχίλα. Ηθικός αυτουργός της δολοφονίας αποδείχτηκε η ίδια του η σύζυγος και η δήθεν ληστεία στο σπίτι τους ήταν σκηνοθετημένη.
Δράστης της δολοφονίας, ένας υπήκοος Αλβανίας που εργαζόταν στην οικοδομή τους, ο οποίος διατηρούσε ερωτικές σχέσεις με τη σύζυγο του 29χρονου. Τα στοιχεία που είχαν στα χέρια τους οι Αρχές δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν, παρότι η χήρα ποτέ δεν παραδέχτηκε ότι το έκανε.
Στα δύο δικαστήρια που ακολούθησαν, ο μεγάλος τους γιος περιέγραψε την νύχτα του φόνου. Πώς ξύπνησε, πώς βρήκε τη μητέρα του δεμένη και φιμωμένη, πώς είδε τον πατέρα του νεκρό πάνω στο κρεβάτι. Η γυναίκα έκατσε 5μιση χρόνια στις γυναικείες φυλακές του Κορυδαλλού. Τα δύο ανήλικα παιδιά τους μεγάλωσαν με τη γιαγιά τους στον Ασπρόπυργο, μακριά από τη μητέρα τους.
Το καλοκαίρι του 2005 η σύζυγος του δολοφονημένου έκανε αίτηση αποφυλάκισης που έγινε δεκτή. Έναν χρόνο όμως μετά οδηγείται ξανά στις γυναικείες φυλακές του Κορυδαλλού. Η αγωγή που είχε καταθέσει σε βάρος της η οικογένεια του άντρα της για ψυχική οδύνη επιδικάστηκε και η κατηγορούμενη όφειλε να τους καταβάλει 500.000 ευρώ.