Λέγεται αυτισμός χαζούλα...

Αν αφιερώναμε λίγο χρόνο να σκεφτούμε και να προσπαθήσουμε να νιώσουμε τον άλλον και την «ιδιαιτερότητά» του, ο κόσμος σίγουρα θα ήταν διαφορετικός, πιο ανθρώπινος! …και με λιγότερο θυμό…
αυτο  το κείμενο δεν προσπαθεί να ορίσει τον αυτισμό… ο κάθε άνθρωπος που έχει έρθει σε επαφή με έναν αυτιστικό έχει μια διαφορετική άποψη/εικόνα.
Μιλάει για μια τρυφερή στιγμή ανάμεσα σε δύο αδέρφια που προσπαθούν να επικοινωνήσουν μέσα στην καθημερινότητα και την σιωπή.

Δυο παιδιά στην ίδια ηλικία. Δυο κορίτσια που ακούνε μουσική στο ραδιόφωνο του σαλονιού καθώς η τηλεόραση παίζει στο αθόρυβο.
– «Χρόνια πολλά, να ζήσεις» λέει η μια.
– «Χρόνια πολλά, να ζήσεις» λέει και η άλλη.
– «Τι κάνεις; είσαι καλά;», λέει το ένα κορίτσι στο άλλο
– «Τι κάνεις είσαι καλά;» απαντά το άλλο και γυρνάει το βλέμμα του στον χώρο. Και μετά κάθεται στον καναπέ και ξεκινάει τον δικό του χορό. Τον χορό του αυτισμού που άλλοτε μοιάζει με ρομαντικό μπλούζ κι άλλοτε με βαλς σε τόνους αλέγκρο.
– Αγκάλιασέ με αλλά όχι πολύ. Φίλησέ με αλλά διακριτικά. Άσε με να παίξω με τα μαλλιά σου και θα είμαι ευτυχισμένη. Άνοιξέ μου το ραδιόφωνο και κάθησε κοντά μου. Σε ακούω πάντα. Δεν μιλώ καθόλου. Ξέρεις όμως οτι σε ακούω. Για αυτό λέω οτι λες. Γιατί είμαι εδώ. Άνοιξε το ράδιο να δω το λαμπάκι του αναμμένο. Και μετά διάλεξε εσυ τι μουσική θα ακούσω. Και δώσε μου να φάω και να πιω. Aπο αυτό που πίνεις και που τρως κι εσύ. Για να υπάρξω κι εγώ στον κόσμο σου για λίγο.
Μην μου βάλεις το καλαμάκι μεσα στο ποτήρι. Άστο διπλα. Ετσι είναι το σωστό.
Μην μου βάλεις το πιρούνι μεσα στο πιάτο. Άστο διπλα.
Έτσι έμαθα. Μόνο έτσι είμαι ευτυχισμένη.
Δεν σου ζητώ δύσκολα πράγματα. Μόνο που είναι πολλά μικρά μαζεμένα και κάποιες φορές ξεχνάς. Κι εγώ στεναχωριέμαι. Αλλά μετά που τα θυμάσαι μου φεύγει η στεναχώρια και δεν θυμάμαι τίποτα κακό.
Έτσι να με αγαπάς. Με τις εμμονές μου. Εγώ με τις δικές σου εμμονές σε αγαπώ. Δεν θέλω καινούρια κούκλα τα Χριστούγεννα. Θέλω την παλιά μου. Κι ας άνοιξαν τρύπες στο σώμα της με τα χρόνια. Εγώ αυτή αγαπώ. Αυτή είναι η φιλενάδα μου. Τα βράδια που περιφέρομαι ξάγρυπνη μέσα στο σπίτι αυτή η κούκλα μου κάνει παρέα. Αυτή ξορκίζει τα κακά πνεύματα. Την είχα και πέρυσι και πρόπερσι και όταν πάλιωσε και άρχισε να ξεφτίζει μου πήραν καινούρια. Αλλά οι φίλοι είναι παντοτινοί. Δεν τους πετάμε όταν παλιώνουν.
Η μαμά κατάλαβε πως με πόνεσε αυτός ο αποχωρισμός και μου έφτιαξε την παλιά μου κούκλα. Νομίζω οτι τα χέρια της μαμάς έκαναν κάτι μαγικό στην ραπτομηχανή και μετά η κούκλα μου ήταν σαν καινούρια. Έτσι είναι η μαμά μου ευτυχώς. Μας κάνει να φαινόμαστε καινούριες. Όσο ατελείς κ αν μας βρίσκουν οι υπόλοιποι. Όσο περίεργες ή φθαρμένες κι αν μας νομίζουν.
Η μαμά μου πάντα μας κάνει να νιώθουμε πεντάμορφες. Το βλέπω στα μάτια της κάθε φορά που με κοιτάει. Κι όταν κάποιες φορές κουράζεται που δεν μιλώ, ή θλίβεται γιατί κλαίω, την κοιτάζω μόνο για ένα λεπτό κι εκείνη πάλι μου χαμογελάει.
Μετά το βλέμμα μου πλανιέται ξανά. Είναι αδύνατον να το κρατήσω στο ίδιο σημείο. Ούτε εσύ θα μπορούσες να το κρατάς στο ίδιο σημείο αν μπορούσες να δεις όλα όσα βλέπω εγώ. Είναι καράβι που φεύγει το βλέμμα. Κι εγώ ταξιδεύω σε απέραντες θάλασσες. Εσύ νομίζεις πως με κούρασε να πηγαινοέρχομαι συνέχεια στα δυο δωμάτια του σπιτιού μου. Και σε πιάνει ναυτία που κουνάω όλη μέρα το σώμα μου ρυθμικά μπρος-πίσω. Μα εγώ είμαι ευτυχισμένη χαζούλα.
Ταξιδεύω σε μέρη που δυστυχώς εσύ δεν μπορείς να έρθεις. Μέρη που ζούνε άνθρωποι ανάποδοι, με το κεφάλι κάτω και τα πόδια ψηλά. Μέρη που τα σκυλιά πετάνε και τα πουλιά μιλάνε ανθρώπινα. Σε χώρες μαγικές που όλα τα παιδιά είναι ευτυχισμένα κι όλοι οι άνθρωποι είναι καλοί. Αλλά ξέρω οτι τα βλέπεις όλα όταν με κοιτάζεις κι ας μην μπορώ να σε κοιτάξω εγώ. Σε βλέπω με την άκρη του ματιού μου οτι κι αν κάνεις.
Κι ακούω οτι κι αν λές. Εχθές χαμήλωσα το ράδιο κι έμεινα σιωπηλή όταν είπες οτι σου αρέσει η φωνή μου. ΄Ηταν για να σου δείξω οτι σε άκουσα. Για να σου πω ευχαριστώ που άκουσες το τραγούδι μου. Κι όταν τρόμαξες μέσα στην νύχτα που με είδες να γυρνάω απο δωμάτιο σε δωμάτιο, εγώ έμεινα ακίνητη μέχρι να καταλάβεις οτι ήρθα μόνο να κλειδώσω τις πόρτες και τα παράθυρα για να είσαι ασφαλής. Κι ας είχε κλειδώσει ο μπαμπάς μου λίγο πριν. Θέλω κι εγώ να σε φροντίζω. Έχω ανάγκη να σε φροντίζω. Και σε αγαπώ γιατί τόση ώρα σου μιλώ χωρίς λόγια κι όμως εσυ καταλαβαίνεις.
– «Στα αλήθεια με αγαπάς;»
– «Μα ναι χαζούλα, για αυτό μου αρέσει να μυρίζω τα μαλλιά σου με τις ώρες. Και όταν σου κρατάω με δύναμη τα μάτια κλειστά ξερω οτι βλέπεις όλα τα χρώματα και τις σκιές που βλέπω κι εγώ. Και σε χρειάζομαι πολύ κι ας μην στο λέω».
– «Κι εγώ σε χρειάζομαι. Πολύ σε χρειάζομαι».

Close