Μία γυναίκα με Altzheimer μας μαθαίνει:”Η αγάπη δεν ξεχνά, βρίσκει πάντα το δρόμο και γυρνά…”

Πρόκειται για το πιο δυνατό και πιο σημαντικό συναίσθημα που μπορεί να νιώσει ένας άνθρωπος…η αγάπη! Η αληθινή, πραγματική αγάπη που νιώθουμε για κάποιους ανθρώπους στη ζωή μας. Για τον σύντροφό μας, το παιδί μας, τη μητέρα μας, τα αδέρφια μας…

Η αγάπη είναι από τους σημαντικότερους λόγους για να ζούμε. Και όταν αυτή είναι αληθινή, δεν φεύγει ποτέ, δεν χάνεται δεν ξεχνιέται. Είναι πάντα εκεί στην καρδιά μας, ακόμη και αν το άτομο που αγαπάμε δεν είναι κοντα μας πια, ακόμη και αν έφυγε, ή βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά.

Ή ακόμη και αν ξεχνάμε πράγματα, ξεχνάμε ποιοι είμαστε, και το μυαλό μας σιγά σιγά φθείρεται, η αγάπη που νιώθουμε για τους ανθρώπους μας είναι εκεί. Γιατί η καρδιά δεν μπορεί να ξεχάσει, ούτε μπορεί να σταματήει να νιώθει.

Και το παρακάτω κείμενο περιγράφει με τον πιο όμορφο τρόπο την αγάπη αυτή. Την αγάπη μιας γυναίκας, που μπορεί λόγω της ασθένειάς της να μην θυμάται, αλλά ξέρει πως αγαπά και αυτό δεν το ξεχνάει.

Της Νατάσσας Καραμανλή

Η γιαγιά είναι καθισμένη στο ίδιο παγκάκι, τρεις μέρες τώρα.

Την συναντώ κάθε πρωί, στο δρόμο για τη δουλειά.

Φορά τα ίδια ρούχα και στα πόδια της γούνινες παντόφλες. Τα μαλλιά της είναι κατάλευκα και τα χέρια της είναι άδεια.

Την προσπερνώ δίχως να της μιλώ και δυσκολεύομαι να τραβήξω τα μάτια μου από τα μάτια της. Η ματιά της είναι γλυκιά σαν αγκαλιά και αισθάνομαι το βλέμμα της να με χαϊδεύει με τρυφερότητα, κάθε λεπτό που περνώ από μπροστά της.

Το χιόνι μπερδεύεται πάνω μου με τη βροχή και ο παγωμένος αέρας μου κόβει την ανάσα.

Κάνω και σήμερα την ίδια διαδρομή, προς το παγκάκι της, μόνο που αυτή τη φορά, δεν θα το προσπεράσω. Στα χέρια μου κρατώ δυο καφέδες που έχουν κρυώσει και δυο κουλούρια, κάποτε ζεστά.

Είναι στη θέση της. Εκεί που περίμενα να τη βρω. Κάθεται δίχως ομπρέλα μέσα στο χιονόβροχο και τα ρούχα της είναι υγρά.

-Μπορώ να καθίσω; Τη ρωτώ με χαμηλή φωνή.

Γυρίζει τα μάτια της πάνω μου, είναι γαλάζια σαν καθάρια λίμνη και με μια ανεπαίσθητη κίνηση στα χείλη, ψιθυρίζει ένα «παρακαλώ».

Προσπαθώντας να κρύψω την αμηχανία μου, προτείνω το πλαστικό κύπελλο του καφέ προς το μέρος της, δίχως κουβέντα. Τα δάχτυλα μου τρέμουν ελαφρά, από το κρύο μέσα στα μαύρα γάντια, ενώ τα δικά της, αν και ώρες γυμνά, αγκαλιάζουν με μια σταθερή κίνηση το κύπελλο.

-Σ’ ευχαριστώ.

Η φωνή της είναι απαλή, μου θυμίζει ένα παλιό τραγούδι, που κάποτε σιγοτραγουδούσε η γιαγιά μου. Θέλω να την ρωτήσω, μα διστάζω κι αυτή η οικειότητα της χροιάς της, με αποσυντονίζει.

Πίνει μια γουλιά καφέ και με κοιτάζει για μια στιγμή. Δεν με επεξεργάζεται, ούτε με κρίνει.

Ίσως να μην απορεί καν με την απρόσκλητη παρουσία μου δίπλα της. Γυρίζει το βλέμμα της στον απέναντι δρόμο και εγώ το ακολουθώ. Η ματιά της διαπερνά τα διερχόμενα αυτοκίνητα, στρίβει αριστερά στο σήμα του μονόδρομου, γλιστρά πάνω από τους πλαστικούς κάδους και φρενάρει μπροστά στην σιδερένια πόρτα του σχολείου.

Και εκεί που νιώθω πως έχω εξαφανιστεί, πως δεν υπάρχω καν στο πλάι της, η φωνή της, που μου έφερε στο νου μιαν ανάμνηση που είχα ξεχάσει τη δύναμη της, ακούγεται ολοκάθαρη μέσα στα αυτιά μου.

-Τα εγγόνια μου. Αυτά περιμένω να δω. Θα κάνουν διάλειμμα σε λίγο.
Να, εκεί, στο δημοτικό.

-Να τα χαίρεστε. Κάθε μέρα εδώ για τα εγγόνια σας λοιπόν; Τόλμησα να ρωτήσω, ενώ της πρόσφερα το ένα κουλούρι.

-Εσύ έχεις παιδάκια;

-Ναι, έχω ένα γιο.

-Να τον αγαπάς, όσο περισσότερο μπορείς, όχι όποτε ευκαιρείς, είπε και έκοψε το κουλούρι στα δυο. Η αγάπη δεν ξεχνιέται, ούτε ξεχνά.

Βολεύτηκα όσο καλύτερα μπορούσα στο ξύλινο παγκάκι και γύρισα το κεφάλι μου προς το μέρος της.

Αυτή η ηλικιωμένη γυναίκα, με τα ρούχα που αναδύουν μυρωδιά από λεβάντα και τζάκι, που ξεροσταλιάζει απροστάτευτη μέσα στην παγωνιά, που με τη γλύκα της φωνής της ταράζει τη γαλήνη των δικών μου φαντασμάτων, είχε κοιτάξει κατευθείαν μέσα μου.

Με μια μόνο φράση, είχε καταφέρει να εντοπίσει το κέντρο του στόχου, στο μέρος της καρδιάς μου.

-Είναι δύσκολες οι εποχές, ψέλλισα, ο χρόνος δεν είναι πάντοτε αρκετός. Είναι κι η ζωή σκληρή, για τη μάνα που μεγαλώνει μόνη της ένα παιδί. Προσπαθώ, αλήθεια, να του δώσω τα πάντα κι ύστερα σκέπτομαι, είναι άραγε αυτό το σωστό, ή μήπως να του δώσω τη ζωή μου μόνο; Το χρόνο μου, την προσοχή μου, την αγάπη μου. Φτάνουν όμως μοναχά αυτά;

Δαγκώνω το κουλούρι και χαμηλώνω τα μάτια μου.

Το χιόνι που πυκνώνει, χορεύει αμέριμνο πάνω στους βιαστικούς περαστικούς.

Τα λεωφορεία τρίζουν πάνω στην άσφαλτο και η αυλή του σχολείου γεμίζει παιδιά.

Εκείνη απιθώνει το κύπελλο του καφέ στο παγκάκι και σηκώνεται όρθια.
Κοιτάζει τα παιδιά που τρέχουν πάνω κάτω και μένει ακίνητη.

-Δεν θα πάτε κοντά τους; Την κοιτάζω απορημένη και βλέπω τις λίμνες των ματιών της να ξεχειλίζουν από δάκρυα.

-Όχι, μόνο να τα βλέπω από μακριά μπορώ. Εκείνα ξέρουν, αυτό μου αρκεί.
Μόνο να βλέπω πως είναι καλά, να με βλέπουν κι εκείνα πως είμαι εδώ, κοντά τους. Ότι κι αν συμβεί. Μπορεί να λένε όλοι πως δεν θυμάμαι, πως τα έχω χαμένα, μα η αγάπη δεν ξεχνά.

Ούτε τα χάπια τη ναρκώνουν, ούτε κι η μοναξιά. Βρίσκει πάντα το δρόμο, ακόμα και στα πιο σκοτεινά μονοπάτια.

Δεν χάνεται η αγάπη, πάντα γυρνά.

Πώς να ξεχάσω εγώ λοιπόν, το σχήμα των ματιών τους; Όχι, κoρη μου, θυμήσου το αυτό, η αγάπη δεν ξεχνά.

Συνεχίζεται …

Close