Αποκλειστική συνέντευξη στο daddy-cool.gr με τη συγγραφέα Λίλη Γάτη: Ένα πλάσμα φωτεινό, μια γυναίκα με δύναμη που χαρίζει απίστευτη θετική ενέργεια, που αξίζει να γνωρίσετε.
Η Λίλη Γάτη γεννήθηκε το 1979 στην Αθήνα. Είναι συγγραφέας και μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, από την οποία έχει τιμηθεί με το Πρώτο Βραβείο Νουβέλας και το Δεύτερο Βραβείο Παραμυθιού σε πανελλήνιους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Έχει επίσης διακριθεί με το Ειδικό Βραβείο «Γιώργης Χαλατσάς» στον πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό «Στέλιος Ξεφλουδάς».
Συντονίζει σεμινάρια και διδάσκει σε εργαστήρια δημιουργικής γραφής για ενηλίκους και παιδιά. Παράλληλα, επιμελείται, διορθώνει και μεταφράζει κείμενα και βιβλία, ενώ αρθρογραφεί συστηματικά.
Δημιουργεί μαζί με τα παιδιά παραμύθια, ένα προσφατο παράδειγμα είναι με τα παιδιά από το Σχολείο Τυφλών Καλλιθέας, το οποίο έχει γίνει και audio book με τίτλο «Παιδιά από αστέρια» (αφήγηση: Γιάννης Μποσταντζόγλου, Χρήστος Μπάλτας,ερμηνεία τραγουδιού: Νατάσσα Μποφίλιου· μουσική: Αναστάσιος Σωρότος· στίχοι: Λίλη Γάτη). Επίσης, συνεργάζεται στο έργο «Το κορίτσι με τα μπαλόνια» με το Ειδικό Νηπιαγωγείο Κωφών και Βαρήκοων Αργυρούπολης, και σε πολλά άλλα έργα.
Έχει δημιουργήσει τον δικό της εκδοτικό οίκο «Κυβέρτι», με έδρα τη Νέα Αρτάκη και είναι παντρεμένη με τον ηθοποιό Χρήστο Μπαλτά.
Ένα πλάσμα πολύ ιδιαίτερο που είχα την τιμή να τη γνωρίσω πριν αρκετά χρόνια και θα προσπαθήσω να σας τη συστήσω όσο πιο αντικειμενικά μπορώ. Είναι ένα αυγουστιάτικο κορίτσι που ζει μόνιμα στην Αθήνα. Μέσα από τα ταξίδια της σε μουτζουρωμένα χαρτιά μάς παρασέρνει σε όμορφα ταξίδια, γράφοντας και ζωγραφίζοντας τις ιστορίες που έχει να μας πει.
Μια γυναίκα με δύναμη, ένα μικρό παιδί που χαρίζει απίστευτη θετική ενέργεια και αξίζει να την γνωρίσετε και εσείς.

Αν θα έπρεπε να μας συστηθείς, τι θα μας έλεγες;
Θα έλεγα πως μιλάω στα λουλούδια μου, πως κυνηγάω τον ήλιο γιατί στο Παγκράτι έχει άκαρδα ψηλά κτήρια, πως ξύνω άτσαλα τα μολύβια μου και σπάνε συχνά οι μύτες, πως προτιμώ να χάσω επειδή μίλησα, παρά να βγω αλώβητη επειδή σώπασα.
Πώς ξεκίνησε το συγγραφικό ταξίδι για σένα;
Μόλις έμαθα να γράφω έγραψα το πρώτο μου ποίημα, το «Σαραβαλάκι», στην πρώτη δημοτικού. Μέχρι τότε επινοούσα ιστορίες με την αδελφή μου, τη Σοφία, και η μανούλα μας μάς έγραφε σε κασέτες. Κάτι σαν audio books των ’80s. Έκτοτε δεν σταμάτησα ποτέ να γράφω. Στην εφηβεία έγραφα στίχους, όπως οι περισσότεροι, κι αργότερα ήρθαν τα ολοκληρωμένα κείμενα.
Νομίζω πως το πρώτο ολοκληρωμένο κείμενο που πήρα στα σοβαρά ήταν ένα δοκίμιο για τον φασισμό που έγραψα στη Γ’ Λυκείου, το οποίο με έστειλε στην 1η Βουλή των Εφήβων. Πιο οργανωμένα, το 2009 έκανα δημιουργική γραφή στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου και ξεκίνησα να παίρνω μέρος σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.
Πηγαίνοντας σε σχολεία και “παίζοντας” τα παραμύθια σου, τι είναι αυτό που εισπράττεις από τα παιδιά; Τι είναι αυτό που σε κάνει και πας ξανά και ξανά;
Οι αγκαλιές. Τα φωτεινά χαμόγελα. Τα παιδικά μάτια που ταξιδεύουν σε παράξενους μαγικούς κόσμους. Αν τα κοιτάξεις βαθιά στα μάτια μπορείς κι εσύ ν’ αλλάξεις χρόνο, τόπο, υπόσταση. Να πιστέψεις πως αυτός ο κόσμος πρέπει να γίνει πιο δίκαιος, να αλλάξει.
Συσπειρώνομαι με τα παιδιά που θέλουν ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Έχω πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου εκείνον τον σπουδαίο στίχο του Ρίτσου: «Ορκιστείτε να ’χει το παιδί το ψωμί του και το βιβλίο του να μάθει να γράφει σ’ αγαπώ».
Υπάρχει κάτι από αυτά που έχεις γράψει, το οποίο να λες “έχει μία ξεχωριστή θέση στη καρδιά” μου…
Το κάθε κείμενό μου έχει κομμάτια μου, τόσα πολλά που αν απαρνηθώ κάποιο, θα είναι σαν να με απαρνιέμαι. Όμως το «Μάνα μου» δεν είναι κομμάτι μου, είμαι ολόκληρη. Οπότε πάντα θα έχει μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου.
Τι σε έκανε να δημιουργήσεις τον δικό σου εκδοτικό οίκο;
Δούλευα πάρα πολλά χρόνια σε εκδοτικούς, σχεδόν σε όλα τα πόστα. Κυρίως στην επιμέλεια κειμένων και έκδοσης. Και κάποια στιγμή αποφάσισα πως θέλω να φτιάξω μια δική μου λογοτεχνική κυψέλη, όπου θα παίρνει μορφή το αδιάκοπο βουητό των λέξεων, θ’ ανθίζουν της σκέψης τα γεννήματα και θα χορεύουν της ψυχής οι μέλισσες.
Που η μορφή του βιβλίου θα είναι αντάξια του περιεχομένου και το αντίστροφο. Που τα πνευματικά δικαιώματα των δημιουργών θα είναι δεδομένα, και ο εκδοτικός θα είναι χώρος ψυχικής και δημιουργικής ασφάλειας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Κυβέρτι», που σημαίνει κυψέλη μελισσών.
Τι σημαίνουν αυτά τα βραβεία για σένα;
Μεγάλωσα σε μια οικογένεια απίστευτα υποστηρικτική. Έφτιαξα το πρώτο μου χειροποίητο βιβλίο με ποιήματα στο δημοτικό (μάλλον στην πέμπτη τάξη) και μάλιστα είχε ιδιόχειρη υπογραφή της συγγραφέως. Τελείως ψώνιο, αλλά κανείς στο σπίτι δεν γέλασε μαζί μου, που ονειρευόμουν να γίνω συγγραφέας.
Όμως όταν ήρθε η πρώτη επιβράβευση, με το πρώτο βραβείο στη νουβέλα, ένιωσα πως μάλλον τα πράγματα ήταν σοβαρά. Καταξιωμένοι συγγραφείς είχαν αναγνωρίσει και επιβραβεύσει την προσπάθειά μου. Είχα κάνει ένα βήμα απ’ το να «με διαβάζει μόνο η μάνα μου». Αυτά τα βραβεία ήταν τιμή και χαρά και επιβεβαίωση πως κάτι ξεκινάω να κάνω καλά.
Το 2023 κυκλοφόρησε στο Ηνωμένο Βασίλειο το βιβλίο σου “My name is Twelve”. Πώς ένιωσες;
Έκλαψα, δεν θα το αρνηθώ. Και χόρεψα. Ο Δώδεκα είχε ταξιδέψει σε όλες σχεδόν τις διεθνείς εκθέσεις βιβλίου του κόσμου, μιας και είχε εκδοθεί και στα αγγλικά στην Ελλάδα, σε μετάφραση της παιδικής μου φίλης, Καλλιόπης Βελόνια. Και τώρα είναι σε διαδικασία να μάθει κι άλλες γλώσσες, όπως και κάποια ακόμα βιβλία μου. Κι αυτό είναι για μένα συναρπαστικό.
Το να γράφεις με παιδιά είναι σίγουρα μία ξεχωριστή εμπειρία. Πώς την βιώνεις εσύ;
Τα παιδιά τα ξέρουν όλα! Οι μεγαλύτεροι παραμυθάδες ωχριούν μπροστά στα παιδιά. Η φαντασία τους, ο αυθορμητισμός και η αυθεντικότητα δεν έχουν προλάβει να μπουν στην κρεατομηχανή της εκπαίδευσης, των πρέπει και της συγκατάβασης. Όμως, όταν γράφεις με τα παιδιά ή για τα παιδιά, το μολύβι σου είναι καλό να έχει επίγνωση της ευθύνης που του αναλογεί.
Κι απ’ την άλλη, γράφοντας με παιδιά γίνεσαι μικρούλης. Τοσοδούλης. Κι αναγκάζεσαι να τεντωθείς στο απίστευτο ύψος των συναισθημάτων τους για να μπορέσεις να επικοινωνήσεις μαζί τους. Το εσωτερικό σου παιδί γελάει με την καρδιά του, κλαίει με την ψυχή του, ονειρεύεται με χρώματα φωτεινά.
Στο τέλος της ημέρας τι μένει;
Κάθε μέρα εύχομαι να μένει μια νίκη ή μια ήττα. Δεν είμαι ήρωας, προτιμώ χαμογελαστές νίκες και αναστρέψιμες ήττες. Αρκεί να μην περνούν οι μέρες σαν βάλτοι, αλλά σαν ρυάκια, κι ας γίνονται καμιά φορά χείμαρροι.
Τί είναι αυτό που αγαπάς περισσότερο στη δουλειά σου;
Μου αρέσει αυτό που μισώ περισσότερο να συμβαίνει. Είτε είναι για συγγραφή, είτε για σκίτσο, είτε για επιμέλεια και για εκδοτική δουλειά, λατρεύω και μισώ ταυτόχρονα που δεν μπορώ να κλείσω μάτι αν δεν ολοκληρωθεί ένα πρότζεκτ. Που δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο. Μοιάζει και με καψούρα.
Με τους ανθρώπους γενικά πώς τα πας; Τι γνώμη έχεις για το σήμερα;
«Πόσο μάταιο είναι να κάθεσαι για να γράψεις, όταν δεν έχεις σηκωθεί για να ζήσεις» είπε ο Χένρυ Ντέιβιντ Θορώ. Και με εκφράζει απόλυτα. Ουρλιάζουν μέσα μου ανείπωτες ιστορίες που έχουν γεννηθεί από ένα τυχαίο βλέμμα στο μετρό, από ένα παιδικό δάκρυ σε μια παιδική χαρά, από ένα φύλλο που έπεσε τυχαία στα μαλλιά μου από κάποιο δέντρο στο πάρκο του Ευαγγελισμού…
Από μια ανθοδέσμη πεταμένη στα σκουπίδια, από τον ήχο μιας ντουντούκας σε μια πορεία, από τον εργαζόμενο που σφίγγει τα δόντια για να συμμετάσχει σε μια απεργία, από μια γυναίκα που σφίγγει τα κλειδιά στο χέρι περπατώντας βράδυ για το σπίτι, από μια ακρωτηριασμένη κούκλα στη Γάζα.
Είναι σκοτεινοί οι καιροί… Αλλά ο Μπρεχτ είπε κάποτε: «Μα δε θα λένε: “Ήτανε σκοτεινοί καιροί”. Θα λένε: “Γιατί σωπαίναν οι ποιητές τους;”». Δεν την αποδέχομαι αυτήν την πραγματικότητα, δεν ενσωματώνομαι, δεν σωπαίνω. Προσπαθώ σε όλη μου τη ζωή, με όλη μου την ύπαρξη να την αλλάξω. Μαζί μ’ αυτούς που θέλουν να λέγονται άνθρωποι.
Υπάρχει κάτι που το θαυμάζεις πολύ ή κάποιον;
Αν με ρωτάς αν έχω πρότυπα, όχι. Αλλά θαυμάζω τις εργαζόμενες μητέρες που παλεύουν ακούραστες με «δράκους» για να βοηθήσουν τα παιδιά τους να ανθίσουν. Αυτούς που φοβούνται να ορθώσουν ανάστημα αλλά δεν σκύβουν το κεφάλι. Αυτούς που χορεύουν στη βροχή, αυτούς που πετάνε ακόμα και με ψαλιδισμένα φτερά.
Βουνό ή θάλασσα;
Θάλασσα κυρίως. Και τα βουνά του χωριού μου.
Ραντεβού και δουλειά όλη τη μέρα ή μια ολόκληρη μέρα κλεισμένη στο σπίτι χωρίς να μιλήσεις με κανέναν;
Το δεύτερο το κάνω πολύ συχνά. Οπότε διαλέγω το πρώτο, ειδικά αν συνοδεύεται με καφέ.
Διακοπές τρεις μήνες χωρίς επαφή με βιβλία ή δέκα μέρες με κάθε ελευθερία;
Ιντριγκαδόρικο, αλλά νομίζω πως σ’ αυτήν τη φάση θα πάρω το τρίμηνο.
Μπίρα ή κρασί;
Μπίρα ξεκάθαρα.

Έχεις μια αρκετά δύσκολη μέρα και στο τέλος της βρίσκεσαι σε ένα μπαρ. Τι θα ήθελες να συναντήσεις εκεί;
Κάποιον dj που να παίζει μουσικάρες.
Αγαπημένο φαγητό;
Παγωτό. Κι ας μην είναι «φαγητό».
Αν μπορούσες να δειπνήσεις με έναν “σπουδαίο άνθρωπο”- ζωντανό ή μη – ποιον θα επέλεγες και γιατί;
Με τη Φρίντα Κάλο. Και αυτό γιατί κατάφερε να μετατρέψει τον πόνο σε μανιφέστο ζωής. Γιατί δεν ήταν απλά μια ζωγράφος με ριζοσπαστική ματιά. Έκανε την τέχνη της πολιτική πράξη ενάντια σε κάθε είδους αδικία, στην αποικιοκρατία, την εκμετάλλευση, την καταπίεση του λαού της.
Έγινε θεραπεύτρια του εαυτού της, «ζωγράφιζε λουλούδια για να μην πεθάνουν» και ποτέ δεν δέχτηκε πως ήταν άρρωστη. Μόνο «σπασμένη», όπως έλεγε. «Ο πόνος, η χαρά και ο θάνατος δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια διαδικασία για την ύπαρξη. Η επαναστατική πάλη, σε αυτήν τη διαδικασία, είναι μια πόρτα ανοιχτή στην ευφυία».
Συμμετέχεις ενεργά στα social; Απαντάς σε ανθρώπους που έχουν διαβάσει κάτι από σένα;
Προσπαθώ να είμαι ενεργή, αλλά δυσκολεύομαι να τα εντάξω στην καθημερινότητά μου. Αν δω το μήνυμα εννοείται πως θα απαντήσω. Συνήθως αργώ να μπω, αργώ να απαντήσω…
Αν έπρεπε να επιλέξεις έναν ήρωά σου για ένα μεγάλο ταξίδι, ποιον θα έπαιρνες μαζί;
Τον Δώδεκα. Είναι ταξιδιάρα ψυχή κι έχει δώσει μια υπόσχεση στο τέλος του βιβλίου.
Τι δε συγχωρείς;
Σε προσωπικό επίπεδο όλα τα συγχωρώ, αλλά δεν τα ξεχνάω όλα. Σε κοινωνικό επίπεδο δεν συγχωρώ οποιονδήποτε κάνει ένα παιδί να κλάψει. Πόσο μάλλον να το αφανίσει. Ούτε αυτούς που σφυρίζουν αδιάφορα κάνοντας πως δεν βλέπουν.
Αν κοίταζες τώρα στον καθρέφτη και έβλεπες τη δωδεκάχρονη Λίλη, τι θα της έλεγες;
Θα της έλεγα να μην ξεχνάει, όταν ξεθωριάζουν τα φτερά στην πλάτη της, να παίρνει τα μολύβια της και να τα ζωγραφίζει από την αρχή.
Και για το τέλος θα ήθελα να μας πεις μια φράση που την πιστεύεις ή κάτι σημαντικό που σημαίνει για σένα.
«Χρωματίζω πουλιά, χάρτινα πουλιά και περιμένω να κελαηδήσουν» — Τάσος Λειβαδίτης.
Σε ευχαριστούμε Λίλη που μας ταξίδεψες στον όμορφο κόσμο σου ! Έχουμε πραγματικά ανάγκη από ανθρώπους αερικά, όπως τους λέω εγώ που σε μαγεύουν με την αύρα τους και την παιδική καρδιά τους.