Μια μάνα, ένας γιος, ένας κόσμος
 

Απο την υπεροχη,Δημητρα Καφρομανη

«Άγγελος», έτσι έπρεπε να λέγεσαι.

Αυτό ένιωσα όταν σε πήρα πρώτη φορά στην αγκαλιά μου και σε κοίταξα.
Μια τέτοια στιγμή που σταμάτησε ξαφνικά ο χρόνος και όλη μου η ζωή συγκεντρώθηκε στην παρουσία σου.
Στο μικρό κορμάκι που έτρεμε και στο χαμόγελο που έσκασε αμυδρά όταν σε φίλησα.
Όχι, δεν έκλαιγες. Γεννήθηκες γελαστό και έτσι παραμένεις μέχρι και σήμερα.

Δεν μπόρεσα να σ’ αγγίξω για πολλές μέρες. Μου αρρώστησες.
Ζούσα μια ώρα το πρωί και μια το απόγευμα. Μόνο τότε μπορούσα να σε βλέπω.
Ντυνόμουν με το πράσινο φόρεμα και τη μάσκα στο πρόσωπο, περιμένοντας υπομονετικά έξω από την κλειστή πόρτα με τη αβάσταχτη εικόνα να σε διαπερνούν σωληνάκια, με την προσπάθεια που έκανες να ξεφύγεις από το γυάλινο κουτί που ήσουνα κλεισμένος.
Ανήμπορη αλλά όρθια, στεκόμουν εκεί μη μπορώντας να σταματήσω τα δάκρυα μου και την ανυπόφορη φωνή της νοσοκόμας, που με καλούσε να βγω από το κρύο δωμάτιο.

Πέρασε όμως αυτό.
Ήρθες δίπλα μου και άλλαξα το όνομα σου. Ήσουν το «γελαστό παιδί».
Ξυπνούσες και κοιμόσουν με ένα μόνιμο χαμόγελο, σε εκείνο το ροζ στοματάκι χωρίς δόντια.
Είχες δυο ποδαράκια που χώραγαν στη μισή παλάμη μου, τα έπιανα για να τα ζεστάνω και ζεσταινόμουν η ίδια.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την μυρωδιά από φρεσκοψημένο ψωμάκι, κάθε φορά που έμπαινα στο δωμάτιο σου, τη μυρωδιά τη δικιά σου που παραμένει ίδια μέχρι και σήμερα, συνδυασμένη πλέον με λίγο «καλτσίλα» όπως σ’ αρέσει τώρα να τη λες.
Αλλά παραμένει δικιά σου.

Όμως εκεί που έκλεινες την εποχή που πέφτουνε τα φύλλα, αποφάσισες να ξαναφορέσεις τα σωληνάκια σου.
Δέκα μαρτυρικές μέρες και νύχτες περιμένοντας να γίνεις καλά, με φάρμακα, ενέσεις, ξενύχτι, με έτοιμο πλέον, γάλα, και πολύ χαμόγελο.
Ναι, ακόμα κι εκεί χαμογελούσες. Και χαμογελούσα κι εγώ, για να παίρνεις κουράγιο από μένα.

Μοναδική μου “απουσία” λίγες στιγμές σε ένα ανοιχτό παράθυρο έξω από την πόρτα του δωματίου σου, που μου επέτρεπε να βγάζω κρυφά το χέρι με το αναμμένο τσιγάρο όταν κοιμόσουν.
Εκείνο το παράθυρο ήταν η μόνη μου επικοινωνία με τον έξω κόσμο και μ’ Αυτόν που μου παραχώρησε το δικαίωμα να σε λέω Άγγελο.

Μπήκαμε σε έναν κυκεώνα εξετάσεων, επισκέψεων, βελονών που προσπαθούσαν να βρουν τις ανύπαρκτες, μωρουδίστικες φλέβες σου, αλλά και την κομμένη μου ανάσα.
Φοβόμουν μήπως δεν χρειαστεί να σου δώσω πάλι όνομα.
Για μένα, αυτό ήταν το νόημα της ζωής μου. Εσύ να ζεις κι εγώ να σου δίνω ονόματα όσο μεγαλώνεις.
Φοβόμουν, γιατί αυτή τη φορά δεν γέλαγες. Έκλαιγες.
Τόσο δυνατά και σπαρακτικά, που μπορούσα να κατεβάσω την πόρτα του δωματίου, με τα νύχια μου.
Η αγκαλιά μου έγινε η παρηγοριά σου και η ζεστή κουβέρτα που σε σκέπασα, ο λόγος για να κοιμηθείς και να ηρεμήσεις.

Τελευταίες εξετάσεις. Αρνητικό το αποτέλεσμα. Πόσο ωραίο μπορεί να ακουστεί ένα «όχι» κάποιες φορές.
Επιτέλους μπορώ να σε ονομάσω ξανά.
Αυτή τη φορά σε είπα «παλικάρι μου».
Πάλεψες μόνος σου με κάτι αξεπέραστο και τα κατάφερες.

Γύρισες σπίτι μας και άρχισες να μεγαλώνεις. Να μαθαίνεις.
Να μιλάς ακατάπαυστα και να χαμογελάς πάντα, έχοντας αποκτήσει πλέον μικρά άσπρα δοντάκια που μασούσαν αχόρταγα μυρωδάτα μπισκότα και κατέστρεφαν τις πιπίλες χωρίς ενδοιασμούς.

Και έγινες ένα «μεγάλο» μικρό παιδάκι, που δεν χωράει πια στην αγκαλιά μου, που φορά 34 νούμερο παπούτσι και ας έκλεισες μόλις τα πέντε σου χρόνια, που οι λέξεις «σ’ αγαπώ» είναι από τις αγαπημένες σου, που κάνεις προσπάθεια να διαβάσεις πλέον όποιο γράμμα συναντήσεις στο δρόμο και που έχεις εκατό φορές την ημέρα απορίες, που ξεκινάνε με το «τι» και το «γιατί».
Ένα παιδί με κατανόηση ενηλίκου, με όρεξη λιονταριού, με δίψα για μάθηση, με τρελή αγάπη για οποιοδήποτε τετράποδο, με πέντε ράμματα σημάδι από το ποδήλατο και με το πιο ωραίο όνομα στον κόσμο: «παιδί μου».

Ξέρω ότι εσύ με διάλεξες.
Ανάμεσα από όλες τις μαμάδες του κόσμου, είδες εμένα και είπες «αυτή θέλω να είναι η μαμά μου».
Και τότε σε έβαλαν μέσα στην κοιλιά μου και σε γέννησα.
Γι αυτό, εγώ θα έχω πάντα ένα και μοναδικό όνομα: η Μάνα σου.

Από την καταπληκτική Δήμητρα Καφρομάνη

 

Close