Νέα μελέτη που διεξήχθη στην Αίγυπτο κατέδειξε την επικινδυνότητα σε τρόφιμα που πωλούνται και στην Ελλάδα, καθώς τα συγκεκριμένα περιέχουν καρκινογόνες ουσίες, ικανές να βλάψουν την υγεία των καταναλωτών.
Νέα μελέτη που ερεύνησε διεξοδικά τρόφιμα της Αιγύπτου, που πωλούνται παγκοσμίως, και στην Ελλάδα, κατέδειξε την επικινδυνότητα τους λόγω εντοπισμού καρκινογόνων ουσιών, που μπορεί να βλάψουν σημαντικά την υγεία των καταναλωτών.
Τα στοιχεία των διεθνών εμπορικών ροών αναδεικνύουν την Αίγυπτο ως έναν από τους πλέον στρατηγικούς εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας, με τη συνολική αξία των αιγυπτιακών εξαγωγών προς τη χώρα μας να αγγίζει το 1,07 δισεκατομμύριο δολάρια για το 2023.
Παρόλο που το μεγαλύτερο μέρος αυτού του οικονομικού μεγέθους αφορά κατηγορίες όπως τα πετρελαιοειδή, τα λιπάσματα και τα οπωροκηπευτικά, ο τομέας των μπαχαρικών και των αρωματικών φυτών διατηρεί μια σταθερή και αξιοσημείωτη παρουσία στην ελληνική αγορά.
Νέα μελέτη από έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Nature και διεξήχθη από το Υπουργείο Γεωργίας της Αιγύπτου, η οποία ανέλυσε 80 δείγματα μπαχαρικών που συλλέχθηκαν από διάφορες περιοχές της Αιγύπτου, και αξιολόγησε την παρουσία και τις πιθανές επιπτώσεις στην υγεία από την έκθεση σε χρωστικές Sudan, τοξικά στοιχεία και υπολείμματα φυτοφαρμάκων.
Η ανάλυση επικεντρώθηκε σε τέσσερις τύπους μπαχαρικών που απαντώνται συχνά στα ελληνικά νοικοκυριά: καυτερό τσίλι, πάπρικα, κύμινο και κάρυ. Για τον εντοπισμό των προσμίξεων χρησιμοποιήθηκαν προηγμένες αναλυτικές τεχνικές, όπως η υγρή χρωματογραφία υψηλής απόδοσης και η φασματομετρία μάζας, προκειμένου να διασφαλιστεί η ακρίβεια των ευρημάτων.
Παρά την απόλυτη απαγόρευση χρήσης τους σε τρόφιμα παγκοσμίως λόγω της τεκμηριωμένης καρκινογόνου δράσης τους, οι χρωστικές Sudan I και IV ανιχνεύθηκαν σε όλα τα είδη μπαχαρικών που εξετάστηκαν.
Οι συγκεκριμένες αζωχρωστικές χρησιμοποιούνται συχνά παράνομα για την τεχνητή ενίσχυση του χρώματος των μπαχαρικών λόγω του χαμηλού κόστους τους και της έντονης απόδοσης που προσφέρουν, αν και έχει ταξινομηθεί ως μη επιτρεπόμενο για χρήση σε τρόφιμα.
Οι υψηλότερες συγκεντρώσεις Sudan I εντοπίστηκαν στο κάρυ και το κύμινο, ενώ η Sudan IV ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στην πάπρικα, πιθανώς λόγω της αυξημένης σταθερότητας του χρώματός της σε ελαιώδη υποστρώμα.
Τα αποτελέσματα έδειξαν επίσης ότι στοιχεία όπως το αντιμόνιο, το κάδμιο, το χρώμιο, το κοβάλτιο, ο χαλκός, ο σίδηρος, το μαγγάνιο, το νικέλιο και ο ψευδάργυρος ανιχνεύθηκαν σε όλα σχεδόν τα δείγματα, ενώ το αρσενικό εντοπίστηκε στο 75%.
Ο υδράργυρος και ο κασσίτερος βρίσκονταν κάτω από τα όρια ποσοτικοποίησης, προσφέροντας μια πρώτη ένδειξη για το προφίλ των μετάλλων στα δείγματα. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι ο μόλυβδος υπερέβη τα επιτρεπτά όρια στο πέντε τοις εκατό των δειγμάτων τσίλι, πάπρικας και κυμίνου, αναδεικνύοντας ζητήματα ελέγχου κατά την παραγωγική διαδικασία ή τη συσκευασία.
Η σημασία της έρευνας αυτής επεκτείνεται πέρα από τα σύνορα της Αιγύπτου, καθώς τα μπαχαρικά είναι προϊόντα με παγκόσμια κυκλοφορία. Η κατανόηση των πηγών μόλυνσης, είτε αυτές αφορούν το έδαφος και το νερό άρδευσης είτε τις πρακτικές μετά τη συγκομιδή, είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της ασφάλειας των τροφίμων.
Η συνεργασία μεταξύ των παραγωγών χωρών και των εισαγωγέων, όπως η Ελλάδα, μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερα συστήματα ιχνηλασιμότητας και σε προϊόντα που ανταποκρίνονται πλήρως στις διεθνείς προδιαγραφές υγείας.