«Με συγχωρείτε κυρίες μου, που δεν μπορώ να σηκωθώ»: Ο Έλληνας ηθοποιός που ζήτησε να γραφτεί αυτή η φράση στο τάφο του

«Με συγχωρείτε κυρίες μου, που δεν μπορώ να σηκωθώ»: Ο Έλληνας ηθοποιός που ζήτησε να γραφτεί αυτή η φράση στο τάφο του

Ο Έλληνας ηθοποιός που έγραψε τη δική του ιστορία στον ελληνικό κινηματογράφο και στο τάφο του ζήτησε να γράψουν «Με συγχωρείτε κυρίες μου, που δεν μπορώ να σηκωθώ». Η ταραχώδη ζωή του και η αδυναμία του στο ωραίο φύλο που συζητιέται μέχρι και σήμερα.

Οι ιστορίες των stars των παλιών χρόνων πάντα μας γοήτευαν! Αυτή τη φορά θα σου μιλήσουμε για τον Έλληνα ηθοποιό που άφησε εποχή στον παλιό καλό ελληνικό κινηματογράφο και ζήτησε στο τάφο του να γράψουν «Με συγχωρείτε κυρίες μου, που δεν μπορώ να σηκωθώ». Η αδυναμία του στο ωραίο φύλο ήταν γνωστή και συζητιέται μέχρι και σήμερα. Όλη η ταραχώδη ζωή του.

Μπορεί να έχουμε μάθει τους ηθοποιούς που έπαιζαν στις παλιές ελληνικές ταινίες να είναι αθώοι, χαρούμενοι ή τρομερά ρομαντικοί, αφού στη μεγάλη οθόνη τότε τα πράγματα ήταν σχεδόν πάντα, πιο ωραιοποιημένα, όμως στη πραγματικότητα ήταν κι αυτοί άνθρωποι με πάθη και αδυναμίες που δε λογόκριναν τον εαυτό τους και ζούσαν τη ζωή τους, με δόξα, τιμές, αλλά και αναποδιές.

Αυτός ο Έλληνας ηθοποιός παραμένει μέχρι και σήμερα ένας από τους πιο σπουδαίους στην Ελλάδα και οι ταινίες του παραμένουν μέχρι και σήμερα ανάρπαστες. Η αδυναμία του στο ωραίο φύλο ήταν γνωστή και όλοι τη σχολίαζαν χαριτωμένα. Μάλιστα στο τάφο του θέλησε να γράψουν «Με συγχωρείτε κυρίες μου, που δεν μπορώ να σηκωθώ». Διαβάστε παρακάτω:

Ο Ντίνος Ηλιόπουλος βρέθηκε κάποτε οικονομικά κατεστραμμένος και αναγκάστηκε να φύγει για την Αμερική, προκειμένου να καταφέρει να αποπληρώσει τα χρέη που είχαν συσσωρευτεί. Παρά τις δυσκολίες, τελικά τα κατάφερε και επέστρεψε ξανά στην Ελλάδα, συνεχίζοντας τη σπουδαία πορεία του στο θέατρο και τον κινηματογράφο.

Η αρχή των οικονομικών προβλημάτων

Το 1963 ο άνθρωπος που αποκαλούσαν «Έλληνα Φρεντ Αστέρ» αποφάσισε να αποκτήσει το δικό του θέατρο, το «Γκλόρια». Εκεί ήθελε να υλοποιήσει όλα όσα ονειρευόταν καλλιτεχνικά. Ωστόσο, παρότι είχε σπουδάσει οικονομικά, δεν κατάφερνε να διαχειριστεί σωστά τα χρήματα. Λειτουργούσε περισσότερο με βάση το συναίσθημα και το φιλότιμο παρά με επιχειρηματική λογική.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ότι σε παραστάσεις όπου αρκούσαν πέντε ή έξι ηθοποιοί, εκείνος προσλάμβανε πολύ περισσότερους, μόνο και μόνο για να βοηθήσει άνεργους συναδέλφους και φίλους. Επιπλέον, σε αντίθεση με τους περισσότερους θεατρικούς επιχειρηματίες της εποχής, πλήρωνε κανονικά τόσο τις πρόβες όσο και το φαγητό των ηθοποιών του.

Την ίδια στάση κρατούσε και στις οικονομικές συμφωνίες για τις κινηματογραφικές του συμμετοχές. Συχνά δεχόταν μικρότερες αμοιβές από όσες πραγματικά άξιζε. Η σύζυγός του συνήθιζε να του λέει πως «πήρες λίγα», κάτι που παραδέχτηκε και ο ίδιος σε συνέντευξή του το 1993 στο περιοδικό «Ε» της Ελευθεροτυπίας, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Αισθάνομαι ότι πάντα λείπει ένα μηδενικό από την αξία μου, στο τέλος του αριθμού της αμοιβής μου».

Η παράσταση που οδήγησε στην κατάρρευση

Το 1966 ο Ντίνος Ηλιόπουλος ανέβασε το έργο «Κονσέρτο για Τρομπόνι». Το κοινό αντίκρισε έναν τελείως διαφορετικό Ηλιόπουλο από εκείνον που είχε συνηθίσει να αγαπά. Η παράσταση είχε σουρεαλιστικό ύφος, αρκετά απαιτητικό για τα δεδομένα της εποχής, ενώ ο ίδιος εμφανιζόταν ακόμη και με ξανθιά περούκα με μπούκλες.

Το κοινό δεν αγκάλιασε αυτή τη διαφορετική καλλιτεχνική πλευρά του και η αποτυχία ήρθε γρήγορα. Κάθε παράσταση είχε όλο και λιγότερο κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, εκείνος συνέχιζε να πληρώνει κανονικά τους συνεργάτες του, με αποτέλεσμα να επιστρέφει πολλές φορές στο σπίτι χωρίς χρήματα, περπατώντας. Η οικονομική καταστροφή ήταν πλέον πραγματικότητα και η οικογένειά του αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες.

«Με συγχωρείτε κυρίες μου, που δεν μπορώ να σηκωθώ»: Ο Έλληνας ηθοποιός που ζήτησε να γραφτεί αυτή η φράση στο τάφο του

Την ίδια περίοδο, ο ελληνικός κινηματογράφος περνούσε κρίση, ενώ σε ορισμένα μεγάλα στούντιο ο ηθοποιός δεν ήταν ιδιαίτερα αγαπητός. Έτσι αναγκαζόταν να συμμετέχει ακόμη και σε δεύτερους ή τρίτους ρόλους στο θέατρο, δίπλα σε νεαρές σταρλετίτσες της δεκαετίας του ’70.

Το ταξίδι σε Αμερική και Καναδά

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, υπήρχε μόνο μία λύση για τον μεγάλο ηθοποιό: να φύγει στο εξωτερικό για δουλειά. Άφησε πίσω του τη γυναίκα του, τα δύο μικρά παιδιά τους, τους φίλους και τη ζωή που είχε χτίσει στην Ελλάδα και ταξίδεψε στην Αμερική και τον Καναδά.

Με τον θίασο που δημιούργησε περιόδευσε σε περίπου 60 πολιτείες, παρουσιάζοντας έργα όπως οι «Θεσμοφοριάζουσες», «Ζητείται Ψεύτης», «Το Δικαστήριο των Γυναικών», «Ο Αριστοφάνης συναντά τον Ζορμπά» και «Ο κόσμος ανάποδα». Μέσα σε σχεδόν δύο χρόνια κατάφερε να σταθεί ξανά οικονομικά στα πόδια του.

Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, συνέχισε κανονικά τη σημαντική καριέρα του, συνεργαζόμενος με μεγάλα ονόματα του θεάτρου και του κινηματογράφου. Ο άνθρωπος που χάρισε τόσο γέλιο στο κοινό, βίωσε ο ίδιος μία από τις πιο δύσκολες περιόδους της ζωής του μέσα από την προσωπική του οικονομική κατάρρευση.

Ο μεγάλος έρωτας με την Άννα Φόνσου

Ο Ντίνος Ηλιόπουλος παντρεύτηκε δύο φορές. Ο πρώτος γάμος του κράτησε πολύ λίγο, ενώ ο δεύτερος έγινε το 1963 με τη Χίλντεγκαρντ Βίτσερ, αυστριακής καταγωγής. Μαζί απέκτησαν δύο κόρες, την Εβίτα και τη Χίλντα, καθώς και τρία εγγόνια.

Ιδιαίτερα γνωστή υπήρξε και η σχέση του με την Άννα Φόνσου, παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας που είχαν, η οποία έφτανε τα 30 χρόνια. Το τραγούδι «Μείνε Λίγο», σε στίχους του ίδιου και μουσική του Σπύρος Παππάς, μπορεί να μην έγινε ιδιαίτερα γνωστό, όμως έχει ξεχωριστή σημασία επειδή γράφτηκε για την Άννα Φόνσου. Το τραγούδι δημιουργήθηκε το 1962, όταν εκείνη αποφάσισε να χωρίσει με τον Ηλιόπουλο και να παντρευτεί τον θεατρικό επιχειρηματία Κώστας Παλτόγλου.

«Με συγχωρείτε κυρίες μου, που δεν μπορώ να σηκωθώ»: Ο Έλληνας ηθοποιός που ζήτησε να γραφτεί αυτή η φράση στο τάφο του

«Μείνε λίγο, σ’ το φωνάζω με τα μάτια, με το στόμα και θα φύγω μοναχός μου, χωρίς δάκρυ, μείνε ακόμα, αν σε χάσω, δεν υπάρχει ούτε αύριο, ούτε τώρα, θα ξεχάσω, δώσ’ μου όμως, σ’ εξορκίζω λίγη ώρα…»

Σε συνέντευξή της, η Άννα Φόνσου είχε περιγράψει εκείνη την περίοδο λέγοντας πως παντρεύτηκε ξαφνικά, χωρίς να ενημερώσει τον Ηλιόπουλο, γεγονός που τον στενοχώρησε βαθιά. Όπως ανέφερε, αργότερα του ζήτησε πολλές φορές συγγνώμη για τον τρόπο που έφυγε από τη ζωή του.

Η ατάκα στο τάφο του που έμεινε στην ιστορία

Ο Ντίνος Ηλιόπουλος παντρεύτηκε τη Χίλντεγκαρντ Βίτσερ το 1963. Απέκτησαν δύο κόρες, την Εβίτα το 1964 και τη Χίλντα το 1972, ενώ έμειναν μαζί μέχρι το τέλος της ζωής του ηθοποιού. Ο ίδιος συνήθιζε να λέει πως η σύζυγός του ήταν η γυναίκα που «έλαμπε πάντα πάνω από το κεφάλι του».

Ο σπουδαίος ηθοποιός έφυγε από τη ζωή τον Ιούνιο του 2001, αφήνοντας πίσω του την εικόνα ενός εξαιρετικά ευγενικού και αγαπητού ανθρώπου. Στο μνήμα του υπάρχει η φράση που ο ίδιος είχε ζητήσει να γραφτεί: «Με συγχωρείτε κυρίες μου, που δεν μπορώ να σηκωθώ».

Σχετικά άρθρα:

Εσείς τη γνωρίζατε αυτή την ιστορία για τον Ντίνο Ηλιόπουλο; Πείτε μας στα σχόλια.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου χωρίς τη γραπτή άδεια από τον εκδότη.