«Μου είπε ψέματα.» Για έναν γονιό αυτή η διαπίστωση μπορεί να είναι πολύ πιο φορτισμένη απ’ όσο φαίνεται. Δεν αφορά μόνο αυτό που συνέβη εκείνη τη στιγμή. Πολύ γρήγορα μπορεί να γεννήσει σκέψεις για τον χαρακτήρα του παιδιού, για την εμπιστοσύνη μεταξύ τους, ακόμη και για το αν κάπου ο ίδιος έχει κάνει κάτι λάθος στην ανατροφή του.
«Γιατί να μου πει ψέματα;» «Αφού του έχουμε μάθει να είναι ειλικρινής.» «Αν το κάνει τώρα, τι θα γίνει αργότερα;»
Το ψέμα πράγματι χρειάζεται την προσοχή μας. Πριν όμως προσπαθήσουμε να το σταματήσουμε, έχει αξία να καταλάβουμε τι ακριβώς προσπαθεί να κάνει το παιδί μέσα από αυτό.
Γιατί δεν λένε όλα τα παιδιά ψέματα για τον ίδιο λόγο.
Στις μικρότερες ηλικίες, μάλιστα, τα όρια ανάμεσα στη φαντασία και στην πραγματικότητα δεν είναι ακόμη τόσο ξεκάθαρα όσο στον κόσμο των ενηλίκων. Ένα παιδί μπορεί να αφηγείται με απόλυτη σοβαρότητα κάτι που δεν συνέβη ή να επιμένει ότι ένας φανταστικός ήρωας έκανε τη ζημιά που βλέπουμε μπροστά μας.
Δεν έχουμε απαραίτητα απέναντί μας μια συνειδητή προσπάθεια εξαπάτησης με τον τρόπο που την αντιλαμβανόμαστε ως ενήλικες. Η φαντασία, η επιθυμία και η πραγματικότητα μπορούν ακόμη να μπλέκονται μεταξύ τους.
Καθώς το παιδί μεγαλώνει, τα πράγματα αλλάζουν.
Αρχίζει να καταλαβαίνει πολύ καλύτερα ότι μπορεί να γνωρίζει κάτι που ο γονιός του δεν γνωρίζει. Ανακαλύπτει επίσης ότι οι λέξεις μπορούν να επηρεάσουν όσα θα ακολουθήσουν. Κάπως έτσι εμφανίζεται ένα από τα πιο συνηθισμένα παιδικά ψέματα: «Δεν το έκανα εγώ.»
Ένα ποτήρι έχει σπάσει, μια εργασία δεν έχει γίνει, ένας κανόνας παραβιάστηκε και το παιδί ξέρει ότι ακολουθεί κάποια συνέπεια. Εκείνη τη στιγμή το ψέμα μπορεί να λειτουργήσει ως μια πρόχειρη έξοδος από τον φόβο.
Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να κάνουμε πως δεν συνέβη τίποτα. Μπορούμε να βάλουμε όρια και να δείξουμε καθαρά ότι η ειλικρίνεια είναι σημαντική στη σχέση μας. Έχει όμως μεγάλη διαφορά αν προσεγγίσουμε το περιστατικό προσπαθώντας να καταλάβουμε τι φοβήθηκε το παιδί ή αν το μετατρέψουμε αμέσως σε ετυμηγορία για τον χαρακτήρα του.
Ένα «είπες ψέματα για αυτό που συνέβη» περιγράφει μια συμπεριφορά. Το «είσαι ψεύτης» αρχίζει να περιγράφει έναν άνθρωπο. Τα παιδιά ακούν αυτές τις διαφορές περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε.
Υπάρχουν επίσης ψέματα που γεννιούνται από την ανάγκη να προστατεύσουν την εικόνα τους. Ένα παιδί μπορεί να πει ότι έγραψε καλύτερα σε ένα διαγώνισμα, ότι οι φίλοι του το κάλεσαν κάπου ενώ δεν συνέβη ή να υπερβάλει για κάτι που κατάφερε.
Πίσω από αυτό μπορεί να υπάρχει ντροπή, απογοήτευση ή η ανάγκη να αισθανθεί ότι εξακολουθεί να έχει μια καλή θέση στα μάτια μας. Εδώ αξίζει να αναρωτηθούμε και τι μήνυμα παίρνει από εμάς όταν αποτυγχάνει.
Αν ένα κακό αποτέλεσμα προκαλεί μεγάλη απογοήτευση, ένταση ή σύγκριση, το παιδί μπορεί κάποια στιγμή να αποφασίσει ότι είναι ασφαλέστερο να κρύψει την αλήθεια. Η απαίτηση για ειλικρίνεια γίνεται πολύ πιο πειστική όταν το παιδί γνωρίζει ότι μπορεί να μας πει κάτι δυσάρεστο χωρίς να αισθανθεί ότι κινδυνεύει η σχέση του μαζί μας.
Στην εφηβεία προστίθεται ακόμη μία διάσταση.

Ο έφηβος αρχίζει να διεκδικεί έναν προσωπικό κόσμο στον οποίο οι γονείς δεν έχουν πια πρόσβαση σε όλα. Φίλοι, συνομιλίες, πρώτοι έρωτες, σκέψεις και εμπειρίες αποκτούν μεγαλύτερη ιδιωτικότητα. Κάποιες φορές, όταν αισθάνεται ότι αυτός ο χώρος δεν γίνεται σεβαστός, μπορεί να χρησιμοποιήσει το ψέμα για να τον προστατεύσει.
Βέβαια, ο γονιός εξακολουθεί να έχει ευθύνη για την ασφάλειά του και υπάρχουν πράγματα που χρειάζεται να γνωρίζει. Η εφηβική αυτονομία δεν καταργεί τα όρια. Μας ζητά όμως να επανεξετάζουμε συνεχώς ποια πληροφορία πραγματικά χρειαζόμαστε και ποια θέλουμε να γνωρίζουμε επειδή δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε ότι το παιδί μας έχει αρχίσει να αποκτά μια ζωή που δεν περνά ολόκληρη από εμάς.
Το πιο ενδιαφέρον, τελικά, είναι ότι η ειλικρίνεια δεν καλλιεργείται μόνο λέγοντας στα παιδιά «δεν πρέπει να λες ψέματα». Καλλιεργείται μέσα στη σχέση.
Όταν μπορούν να παραδεχτούν ένα λάθος και να αναλάβουν τη συνέπειά του χωρίς να αισθάνονται ότι καταρρέει η εικόνα που έχουμε γι’ αυτά. Όταν βλέπουν κι εμάς να παραδεχόμαστε ότι κάναμε λάθος αντί να προσπαθούμε πάντοτε να δικαιολογηθούμε. Όταν οι ερωτήσεις μας έχουν πραγματικό ενδιαφέρον και δεν μοιάζουν με ανάκριση στην οποία γνωρίζουμε ήδη την απάντηση και περιμένουμε απλώς να δούμε αν θα «πιαστούν».
Φυσικά, υπάρχουν περιπτώσεις όπου τα συστηματικά ψέματα χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή, ιδιαίτερα όταν συνοδεύονται από άλλες σημαντικές αλλαγές στη συμπεριφορά του παιδιού ή όταν χρησιμοποιούνται επανειλημμένα για να αποκρύπτουν καταστάσεις που μπορεί να το θέτουν σε κίνδυνο.
Εκεί χρειάζεται να δούμε συνολικά τι συμβαίνει και, αν χρειαστεί, να αναζητήσουμε βοήθεια. Στις περισσότερες καθημερινές περιπτώσεις, πάντως, ίσως μας βοηθά να μετακινήσουμε λίγο την πρώτη μας ερώτηση.
Από το «πώς θα το κάνω να μη μου ξαναπεί ψέματα;» στο «τι έκανε δύσκολο για το παιδί μου να μου πει την αλήθεια αυτή τη φορά;».
Η δεύτερη ερώτηση δεν καταργεί τα όρια ούτε δικαιολογεί τη συμπεριφορά. Μας επιτρέπει όμως να δούμε λίγο πιο πέρα από αυτήν. Γιατί ο στόχος δεν είναι απλώς να μεγαλώσουμε ένα παιδί που φοβάται να πει ψέματα. Είναι να χτίσουμε μια σχέση μέσα στην οποία, ακόμη κι όταν η αλήθεια είναι δύσκολη, θα αισθάνεται ότι μπορεί να επιστρέψει και να μας την πει.
Καθώς το παιδί μεγαλώνει, τα πράγματα αλλάζουν.