«Μαμά, βαριέμαι.» Μια φράση που οι περισσότεροι γονείς έχουν ακούσει αμέτρητες φορές και που, για κάποιον παράξενο λόγο, συχνά ακούγεται σαν αίτημα που χρειάζεται άμεση απάντηση. «Θες να ζωγραφίσεις;», «Να παίξεις με κάτι;», «Να βάλουμε μια ταινία;», «Να πάρουμε τηλέφωνο κάποιον φίλο σου;» Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έχουμε αρχίσει να αναζητούμε λύσεις, λες και η βαρεμάρα είναι μια κατάσταση από την οποία πρέπει να βγάλουμε το παιδί όσο γίνεται γρηγορότερα.
Κι όμως, το «βαριέμαι» δεν είναι πάντοτε ένα πρόβλημα που χρειάζεται λύση.
Τα σημερινά παιδιά μεγαλώνουν σε μια καθημερινότητα γεμάτη ερεθίσματα. Σχολείο, φροντιστήρια, αθλητισμός, ξένες γλώσσες, οργανωμένες δραστηριότητες, συναντήσεις με φίλους και, στα ενδιάμεσα, μια οθόνη που μπορεί μέσα σε δευτερόλεπτα να προσφέρει εικόνα, ήχο, παιχνίδι και ατελείωτη εναλλαγή περιεχομένου. Υπάρχει σχεδόν πάντα κάτι διαθέσιμο για να τραβήξει την προσοχή τους.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η πλήξη έχει αρχίσει να μοιάζει κάπως αφύσικη. Μόλις εμφανιστεί ένα κενό, αισθανόμαστε ότι κάτι πρέπει να το γεμίσει. Οι γονείς, μάλιστα, έχουμε συχνά έναν επιπλέον λόγο να το κάνουμε. Θέλουμε το παιδί μας να περνά καλά.
Όταν το βλέπουμε να περιφέρεται στο σπίτι χωρίς να ξέρει τι να κάνει, μπορεί να αισθανθούμε ότι κάπως οφείλουμε να του προσφέρουμε μια ιδέα, μια δραστηριότητα, μια μικρή έξοδο από αυτή τη δυσφορία. Μερικές φορές βέβαια θα το κάνουμε και θα περάσουμε όμορφα μαζί του. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μετατρέψουμε τη βαρεμάρα σε κάποια σπουδαία παιδαγωγική δοκιμασία που το παιδί πρέπει οπωσδήποτε να υπομείνει.
Υπάρχουν όμως στιγμές που μπορούμε απλώς να μην κάνουμε τίποτα.
Να αφήσουμε λίγο χώρο ανάμεσα στο «βαριέμαι» και στην επόμενη δραστηριότητα. Γιατί μέσα σε αυτόν τον χώρο συμβαίνει κάτι ενδιαφέρον. Το παιδί καλείται να αναρωτηθεί τι θέλει να κάνει χωρίς κάποιος άλλος να του το έχει ήδη οργανώσει. Στην αρχή μπορεί να μην ξέρει. Μπορεί να γκρινιάξει, να ξαπλώσει στον καναπέ, να περιπλανηθεί από δωμάτιο σε δωμάτιο και να επαναλάβει με μεγαλύτερη έμφαση ότι πραγματικά δεν υπάρχει τίποτα να κάνει.
Αν αντέξουμε λίγο αυτή τη φάση, συχνά κάτι αρχίζει να εμφανίζεται.
Ένα παιχνίδι που είχε ξεχαστεί σε κάποιο συρτάρι γίνεται ξαφνικά ενδιαφέρον. Μερικά μαξιλάρια μετατρέπονται σε σπίτι. Ένα χαρτί και δύο μαρκαδόροι αρκούν για να ξεκινήσει κάτι που κανείς δεν είχε σχεδιάσει. Ένα μεγαλύτερο παιδί μπορεί να πιάσει ένα βιβλίο, να ακούσει μουσική, να μαγειρέψει κάτι ή απλώς να καθίσει για λίγο με τις σκέψεις του.
Δεν θα συμβαίνει πάντοτε κάτι δημιουργικό. Ούτε χρειάζεται.
Αυτή ίσως είναι και η ουσία. Έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ να αξιολογούμε τον χρόνο με βάση το πόσο «καλά» χρησιμοποιείται, ώστε ακόμη και τον ελεύθερο χρόνο των παιδιών θέλουμε συχνά να τον βλέπουμε να παράγει κάτι. Δημιουργικότητα, μάθηση, άσκηση, κοινωνικοποίηση, κάποια εμπειρία που να μπορούμε να θεωρήσουμε ωφέλιμη.
Υπάρχει όμως αξία και σε έναν χρόνο που δεν οδηγεί πουθενά. Ένα παιδί που δεν δέχεται συνεχώς έτοιμα ερεθίσματα αρχίζει σταδιακά να ανακαλύπτει ότι μπορεί να δημιουργήσει μόνο του ενδιαφέρον. Μαθαίνει να παίρνει πρωτοβουλία, να εξερευνά τι του αρέσει και να αντέχει εκείνη τη μικρή δυσφορία που υπάρχει ανάμεσα στο «δεν έχω τι να κάνω» και στο «βρήκα κάτι που θέλω να κάνω».
Αυτή είναι μια εμπειρία που αργότερα γίνεται πολύτιμη. Γιατί στη ζωή δεν θα υπάρχει πάντοτε κάποιος απέναντί μας να οργανώνει τον χρόνο μας, να μας διασκεδάζει ή να μας προσφέρει το επόμενο ερέθισμα. Η ικανότητα να μένουμε για λίγο μέσα σε ένα κενό, χωρίς να πανικοβαλλόμαστε και χωρίς να αναζητούμε αμέσως κάτι που θα μας αποσπάσει, είναι μια δεξιότητα που αφορά πολύ περισσότερα από την παιδική βαρεμάρα.
Ίσως εδώ αξίζει να κοιτάξουμε λίγο και τη δική μας σχέση με την πλήξη. Πόσο εύκολα καθόμαστε εμείς χωρίς να κάνουμε τίποτα; Πόσο γρήγορα πιάνουμε το κινητό όταν περιμένουμε κάπου για πέντε λεπτά; Πόσο συχνά αφήνουμε μια στιγμή κενή χωρίς μουσική, τηλεόραση, ενημέρωση ή κάποιο άλλο ερέθισμα;

Τα παιδιά παρατηρούν τον τρόπο με τον οποίο κατοικούμε εμείς τον χρόνο μας. Αν κάθε μικρό κενό στη δική μας ζωή γεμίζει αμέσως με μια οθόνη, είναι δύσκολο να περιμένουμε από εκείνα να έχουν μια εντελώς διαφορετική σχέση με το κενό.
Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα ακούσουμε «βαριέμαι», δεν χρειάζεται να ανοίξουμε αμέσως το συρτάρι με τις ιδέες.

Μπορούμε να δείξουμε ότι ακούμε το παιδί, να αναγνωρίσουμε πως πράγματι δεν βρίσκει αυτή τη στιγμή κάτι ενδιαφέρον και να του αφήσουμε λίγο χρόνο να ψάξει μόνο του.Ίσως μετά από λίγο επιστρέψει και εξακολουθεί να βαριέται.
Ίσως πάλι εξαφανιστεί σε ένα δωμάτιο και, όταν περάσουμε αργότερα από εκεί, να το βρούμε απορροφημένο σε κάτι που δεν θα είχαμε σκεφτεί ποτέ να του προτείνουμε. Και κάπως έτσι, μέσα σε μια ώρα που στην αρχή φαινόταν εντελώς άδεια, μπορεί να έχει συμβεί κάτι σημαντικό: το παιδί να ανακάλυψε ότι δεν χρειάζεται πάντοτε κάποιος άλλος να του λέει τι να κάνει με τον χρόνο του.
all photos via pexels.com
Γράφει ο Ψυχολόγος-Οικογενειακός Σύμβουλος Γιάννης Ξηντάρας
Σχετικά άρθρα
- Γονείς που δε συμφωνούν στη διαπαιδαγώγηση του παιδιού- Οι επιπτώσεις που έχει στη ψυχολογία των παιδιών
- Τα 5 σημάδια που φανερώνουν ότι είσαι υπερβολικά αυστηρός με το παιδί και κάνεις κακό στην ψυχολογία του
- Αφήστε τα παιδιά να παίξουν στην βροχή -Τα σημαντικά οφέλη για την υγεία και την ψυχολογία τους
- Chunibyo: Τι είναι το ;Σύνδρομο της Δευτέρας Γυμνασίου και γιατί είναι επικίνδυνο για την ψυχολογία των εφήβων