Όταν έχασα τη μαμά μου, ακριβώς πριν δύο χρόνια,1η Ιουνίου, τρεις άνθρωποι από το περιβάλλον μου ήρθαν σε ανύποπτο χρόνο να μου εξομολογηθούν πως αυτό που βιώνω είναι ο μεγαλύτερός τους φόβος. Τη στιγμή που χτύπησε το τηλέφωνό μου και μου ανακοινώθηκε ο θάνατός της, ένιωσα μια παράφορη αδικία να με κατακλύζει.
Αρχικά μου κόπηκαν τα γόνατα, άρχισα να πηγαίνω πέρα δώθε και δεν ένιωθα· απλά, για δεκαπέντε λεπτά, έβαζα και έβγαζα μια μπλούζα. Ίσως κάποιοι διαβάζοντας αυτές τις γραμμές να σκέφτονται πως υπάρχουν πολύ μεγαλύτερες απώλειες. Αυτή όμως είναι η δική μου αλήθεια. Και ποιος, στα αλήθεια, μπορεί να κρίνει ποια απώλεια είναι μικρότερη, μεγαλύτερη, χειρότερη, διαχειρίσιμη ή μη;
Δεν υπάρχει σωστός ή λάθος τρόπος για να πενθήσει κανείς. Ο θάνατος της μαμάς σου είναι κάτι που απλά συμβαίνει — και με κάποιον τρόπο συνεχίζεις. Συνεχίζεις να υπάρχεις, να δουλεύεις, να βλέπεις τους φίλους σου, να ταξιδεύεις με τον άντρα σου. Να μαγειρεύεις, να οδηγείς, να κάνεις ό,τι έκανες και πριν. Με τη διαφορά όμως ότι σκέφτεσαι τη μαμά σου κάθε μέρα, σχεδόν κάθε στιγμή της ημέρας. Με ένα μόνιμο αγκάθι να υπάρχει στο σημείο της καρδιάς σου...
Με την πρώτη σκέψη κάθε πρωί και την τελευταία κάθε βράδυ να είναι: «Όντως πέθανε; Όντως δεν θα την ξαναδώ;» Περνάς από την άρνηση και την ψυχοαποσύνδεση, σε έναν μεγάλο θυμό και σε μια άφαντη θλίψη, σε ερωτηματικά που δεν βρίσκουν απάντηση. Από τις τύψεις και τις ενοχές, στο μεγάλο παράπονο.
Και αναρωτιέσαι πώς μπορείς απλά να συνεχίζεις, όταν ένας άνθρωπος σου λείπει τόσο πολύ. Σου λείπει όταν θέλεις να μαγειρέψεις και σκέφτεσαι ότι θα πάρεις τη μαμά σου να σου θυμίσει τη συνταγή — και μετά θυμάσαι ότι, και να καλέσεις τον αριθμό της, δεν θα σου απαντήσει κανείς. Θυμώνεις, γιατί ξέρεις ότι την επόμενη φορά που θα αρρωστήσεις δεν θα είναι εδώ για να σου φτιάξει κοτόσουπα. Θυμώνεις, γιατί δεν μπορείς να βγάλεις αυτό το βάρος που νιώθεις στο στήθος σε κανέναν. Θυμώνεις, γιατί όσο χρονών και να είσαι, δεν θα σε ρωτήσει ποτέ ξανά αν χρειάζεσαι κάτι…
Το πένθος είναι σαν ένα χέρι που σου σφίγγει την καρδιά και την κάνει κομμάτια σε ανύποπτες στιγμές. Θυμάμαι μια μέρα έβαλα τα κλάματα γιατί έφτιαχνα τηγανητές πατάτες και θυμήθηκα πως εκείνη έφτιαχνε τις καλύτερες. Κι άλλη μια φορά γιατί δεν ξέρω να μαγειρεύω φρικασέ. Και τη συνταγή μπορώ να βρω, και τα λουλούδια μπορώ να μάθω να φροντίζω, και κοτόσουπα ξέρω να φτιάχνω. Αλλά δεν είναι αυτό. Είναι που μου λείπει η φροντίδα της. Η χωρίς προϋποθέσεις αγάπη της, που μόνο ένας γονιός μπορεί να δώσει στο παιδί του.
Μεγαλώνουμε και βιαζόμαστε να ενηλικιωθούμε, να μην έχουμε πολλά πολλά με τους γονείς μας, να είμαστε ανεξάρτητοι, αυτόνομοι. Και μετά τους χάνουμε και δεν νιώθουμε δυνατοί να συνεχίσουμε τη ζωή μας χωρίς αυτούς. Πώς γίνεται αυτό;
Με τη μαμά μου βέβαια τσακωνόμασταν, γιατί ήμασταν και οι δύο έντονες. Αν με ρωτήσεις όμως τους λόγους, δεν μπορώ να ανακαλέσω και πολλούς. Και αν ακόμα είχα μια πίκρα και της είχα καταλογίσει κάποια πράγματα, ο θάνατος τα αλλάζει όλα. Μένει απλά η αγάπη. Μια ατόφια αγάπη… και η έγνοια σου είναι μήπως στο τέλος έφυγε πικραμένη από εκείνη τη μία κουβέντα παραπάνω που της είπες πάνω στα νεύρα σου.
Και μένεις να αναρωτιέσαι γιατί τελευταία ο προβολέας φώτιζε εμμονικά τα αρνητικά και σκοτείνιαζε τη σχέση σου μαζί της. Και γιατί επιλεκτικά παράβλεπες τα πολύ όμορφα που μοιραστήκατε. Ίσως από έναν μηχανισμό άμυνας, μια βλακώδη πεποίθηση πως αν η σχέση μας κάπως χαλούσε, δεν θα πονούσε τόσο το οριστικό και αμετάκλητο τέλος, όταν αυτό θα ερχόταν.
Η μαμά μου πάντα μου έλεγε Έλα να σε δω, μου έλειψες και εγώ της έλεγα Μαμά, έχω πολλή δουλειά, μόλις τελειώσω θα έρθω… Δεν προλάβαμε. Όχι γιατί η μαμά μου ήταν λιγότερο σημαντική, αλλά επειδή υπήρχε αυτή η ακλόνητη πεποίθηση ότι θα είναι πάντα εκεί… Και επέλεξα να απομονωθώ. Γιατί δεν ήθελα να ακούσω για άλλη μια φορά τα γνωστά άτσαλα λόγια των ανθρώπων γύρω μου, που τα είχαν χάσει κι αυτοί και δεν ήξεραν τι να μου πουν.
Ήταν και η ανυπομονησία τους να με δουν να αισθάνομαι καλύτερα. Με είδαν να επιστρέφω στην καθημερινότητά μου, άρα πίστεψαν πως είχα κιόλας ξεχάσει — Έτσι, προτίμησα να το βιώσω το πένθος βουβά. Και πραγματικά, λίγοι άνθρωποι κατάλαβαν ότι πενθούσα. Γιατί μου βγήκε σε άρνηση και σε έντονο θυμό. Από τη δεύτερη μέρα κιόλας που πέθανε, πήγα στο γραφείο μου και ξεκίνησα να δουλεύω. Νόμιζα πως συνεχίζω κανονικά, αλλά είχαν παγώσει τα πάντα μέσα μου. Μου έλεγαν Πώς μπορείς; Σε θαυμάζω, τόσο ψύχραιμη που είσαι. Δεν ήμουν. Ήμουν παγωμένη, τσακισμένη, και έκρυψα τον πόνο πίσω από έναν έντονο θυμό, που ο μόνος που τον κατάλαβε ήταν ο άντρας μου.
Αυτά τα δύο χρόνια, απομακρύνθηκαν άνθρωποι από δίπλα μου που πραγματικά τους αγαπούσα και ακόμη τους αγαπώ. Δεν κατάλαβαν το πόσο πονούσα. Νόμιζαν πως ήμουν σκληρή. Εκείνοι που έφυγαν, δεν έφυγαν επειδή τους πλήγωσα, έφυγαν γιατί φοβήθηκαν να δουν τι κρύβεται πίσω από τον θυμό μου. Γιατί πίσω από τον θυμό, πίσω από το κλείσιμο, υπήρχε μια απέραντη θλίψη που δεν ήξερα πώς να την επικοινωνήσω. Δεν ήξερα να πω Πονάω, κρατήστε με λίγο. Κι εκείνοι δεν ήξεραν να το δουν. Κι ίσως τελικά δεν ήθελαν .
Κι εδώ είναι που καταλαβαίνεις ποιοι άνθρωποι μένουν, ποιοι αντέχουν να σταθούν δίπλα σου όχι μόνο στις χαρές σου, αλλά και στα σκοτεινά σου κομμάτια. Δεν τους κατηγορώ — όλοι έχουμε τις αντοχές μας, όλοι κουβαλάμε τους δικούς μας φόβους. Αλλά πόσο εύκολο είναι να κρίνεις αυτόν που φαίνεται ψυχρός, ενώ στην πραγματικότητα παλεύει να κρατηθεί; Είμαι λοιπόν ανάμεσα στους ανθρώπους που δεν θα ξαναδούν στην οθόνη του κινητού τους τη λέξη «μαμά». Ακόμα και αυτή τη στιγμή που το γράφω, αισθάνομαι πως δεν είναι αλήθεια.
Πίστευα ότι απλά το καλοκαίρι εκείνη την 1η Ιουνίου, δεν θα έρθει, αλλά όχι . Είναι η ζωή μου ολόκληρη. Πονάει πολύ που δεν θα είναι στις υπόλοιπες σελίδες του βιβλίου της δικής μου ζωής. . Κανένας δεν σε προετοιμάζει για τον θάνατο των γονιών σου. Ακόμα και σαν σκέψη που περνούσε ξυστά από το μυαλό μου, την έδιωχνα βιαστικά. Ορίστε, κάτι που δεν αντέχεται ούτε σαν σκέψη, έρχεται η στιγμή που τελικά το βιώνεις — και η ζωή σου αλλάζει για πάντα. Κάθε μέρα υπάρχει κάτι που να την θυμίζει. Ένα τραγούδι, τα λουλούδια της, η αγαπημένη της σειρά…
Πώς να ήταν άραγε οι τελευταίες της στιγμές; Κατάλαβε, φοβήθηκε, ένιωσε αγωνία; Ερωτηματικά που απλά μένουν αναπάντητα. Στην πίτα της ζωής μας έχουμε διάφορους ρόλους. Είμαστε γονείς, σύντροφοι, εργαζόμενοι, αδέρφια, φίλοι, παιδιά…
Όταν χάνεται η μάνα, χάνεται για πάντα εκείνο το κομμάτι, ο ρόλος του παιδιού — και στη θέση του μένει ένα κενό. Όμως η απώλεια σου υπενθυμίζει και σου μαθαίνει πως δεν είσαι άτρωτος. Αυτόν τον εγωισμό και τον ναρκισσισμό που έχεις, στον κατατροπώνει. Και σου υπενθυμίζει πως πρέπει να ζήσεις! Αυτή είναι η ωμή, σκληρή αλήθεια της ανθρώπινης ύπαρξης: το πένθος μάς διαλύει, μας πετάει στα βράχια, μας ανακατεύει μέσα έξω και μετά, χωρίς να ρωτήσει, μας πετάει ξανά στη ζωή να συνεχίσουμε κουτσαίνοντας μα ζώντας!
Μαμά μου, δύο χρόνια χωρίς εσένα. Δύο χρόνια που η λέξη μαμά δεν έχει ακουστεί από τα χείλη μου. Έφυγες στα 60 σου. Από καρκίνο. Και όσο κι αν μου φαίνεται απίστευτο, αυτό το σώμα που με κράτησε, με νανούρισε, με μεγάλωσε, λύγισε. Κι εγώ μαζί του.Κι από τότε ζω μια ζωή διαφορετική. Ζω με μια απουσία που δε γεμίζει, με μια σιωπή που καμιά φωνή δεν μπορεί να διαλύσει.
Θέλω να σου πω ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ για όλα όσα έδωσες, για όλα όσα ήσουν. Γιατί ήσουν μαχήτρια. Πάλεψες μέχρι τέλους. Κι ακόμα και μέσα στον πόνο, ήσουν μαμά. Δεν έπαψες ούτε για μια στιγμή να νοιάζεσαι για μας. Σε κουβαλάω. Σε κάθε μου λέξη, σε κάθε μου φόβο, σε κάθε μικρή νίκη. Μπορεί να μη λέω πια μαμά δυνατά — αλλά σε φωνάζω μέσα μου κάθε μέρα. Και όσο υπάρχω, θα υπάρχεις.
Κι αν με βλέπεις από εκεί που είσαι… να ξέρεις πως τώρα σε καταλαβαίνω. Τώρα που είμαι κι εγώ μαμά. Ξέρω τι σημαίνει να δίνεις τα πάντα. Να κρατάς μέσα σου αγάπη, φόβο, αντοχή, προστασία. Και σου ζητάω συγγνώμη για όλα όσα δεν κατάλαβα τότε. Γιατί τώρα, μαμά, σε καταλαβαίνω.
Σχετικά Άρθρα
Δεν έχω πια μαμά: Το πένθος που απαιτεί και συγχώρεση
Το ξυπνητήρι του πένθους: Όταν το μυαλό και το σώμα θυμάται την απώλεια