Η υπόθεση της Αμαλιάδας και της Ειρήνης Μουρτζούκου που συνεχίζει μέχρι και σήμερα να συγκλονίζει το πανελλήνιο συνεχίζεται και για πρώτη φορά βλέπουν το φως της δημοσιότητας ο τρόπος δράσης της αλλά και όλα όσα έκανε για να κρύψει τα ίχνη της από τις Αρχές. Όλο το αναλυτικό ρεπορτάζ.
«Απολάμβανε τα θύματά της, έρμαια στα χέρια της, χωρίς καμία ενοχή». Με αυτή τη φράση η εισαγγελική λειτουργός περιγράφει, κατά την κρίση της, την Ειρήνη Μουρτζούκου, η οποία παραπέμπεται να δικαστεί στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο για τους θανάτους τριών βρεφών και την απόπειρα ανθρωποκτονίας της πρώην συντρόφου της.
Η «ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ» και η Τζένη Μάρκου αποκαλύπτει ολόκληρη την εισαγγελική πρόταση που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αχαΐας. Πρόκειται για ένα βούλευμα δεκάδων σελίδων, στο οποίο η εισαγγελική λειτουργός παραθέτει αναλυτικά τα στοιχεία που, κατά την κρίση της, θεμελιώνουν το κατηγορητήριο και οδηγούν στην παραπομπή της 25χρονης στο ακροατήριο.
Μέσα από την πρόταση περιγράφονται, υπόθεση προς υπόθεση, ο τρόπος δράσης που αποδίδεται στην κατηγορουμένη, οι λόγοι για τους οποίους απορρίπτεται ο ισχυρισμός περί μειωμένου καταλογισμού, αλλά και το ιδιαίτερα σκληρό ψυχολογικό πορτρέτο της 25χρονης που αναλύει η εισαγγελέας, χαρακτηρίζοντάς την «οργανωμένο, ιδιαίτερα υπολογιστικό, βίαιο, ανελέητο, αδίστακτο και άκρως επικίνδυνο άτομο».
Υπενθυμίζεται ότι η 25χρονη Ειρήνη είναι προφυλακισμένη στις φυλακές Κορυδαλλού. Στην πρώτη δικογραφία που έχει σχηματιστεί εις βάρος της περιλαμβάνονται ο θάνατος του 6 μηνών βρέφους της φίλης της Κατερίνας, στις 4 Φεβρουαρίου 2021, ο θάνατος του πρώτου δικού της παιδιού, μόλις 19 ημερών, στις 19 Ιουνίου 2022, και ο θάνατος του δεύτερου παιδιού της, Μαρίας-Φρειδερίκης, δύο μηνών, στις 17 Οκτωβρίου 2023. Μαζί τους και η απόπειρα δολοφονίας εις βάρος πρώην συντρόφου της, τα Χριστούγεννα του 2020.
«Άνοιξε τους ασκούς της καταστροφικότητας»
Η εισαγγελέας ξεκινάει την πρότασή της όχι από τις υποθέσεις που περιλαμβάνονται στο συγκεκριμένο κατηγορητήριο, αλλά από το 2014, όταν πέθανε η Ζωή, η μικρότερη αδελφή της κατηγορουμένης. Σύμφωνα με την πρόταση, εκεί εντοπίζει την απαρχή μιας διαδρομής που, κατά την κρίση της, συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια.
Ήδη από την εφηβεία της – σημειώνει η εισαγγελική πρόταση- η κατηγορουμένη «άνοιξε τους ασκούς της καταστροφικότητας», αφαιρώντας τη ζωή της μικρής αδελφής της «με ανάλγητο τρόπο». Η εισαγγελέας μιλάει για «τη συναισθηματική της αποσύνδεση και την ερεβώδη πτυχή του χαρακτήρα της».
Να σημειωθεί ότι η Ειρήνη Μουρτζούκου γι’ αυτό το αδίκημα δεν θα δικαστεί, καθώς έχει παραγραφεί, αλλά λειτούργησε σαν προάγγελος όλων όσων ακολούθησαν. Παράλληλα, η επιλογή των θυμάτων της, εξηγεί η εισαγγελική λειτουργός, δεν ήταν ποτέ τυχαία.
«Η μέχρι τότε εγκληματική συμπεριφορά της δείχνει ανάγκη ελέγχου και δύναμης», καθώς όπως αναφέρει η εισαγγελική πρόταση «επιλέγει ως θύματα μικρά παιδιά, τα οποία είναι αδύναμα και δεν μπορούν να αντισταθούν».
Παράλληλα, η εισαγγελέας εντοπίζει στην Ειρήνη Μουρτζούκου «έλλειψη ενσυναίσθησης, συναισθηματική αποσύνδεση και ανάγκη κυριαρχίας», μια αδιάκοπη επιδίωξη «μιας διαστρεβλωμένης ενδυνάμωσης του “εγώ” της». Την ίδια ώρα, η εισαγγελική πρόταση αναφέρεται και στο οικογενειακό υπόβαθρο της κατηγορουμένης, χωρίς όμως να το παρουσιάζει ως δικαιολογία.
Μιλάει για μια παιδική ηλικία χωρίς σταθερά ερείσματα, με συχνές μετακομίσεις και μια οικογένεια που άλλαζε συνεχώς σχήμα, και σημειώνει ότι η κατηγορουμένη ανέπτυξε πολύ νωρίς «χειριστικούς – παραπλανητικούς μηχανισμούς» -ψέματα, διαστρέβλωση γεγονότων, άρνηση-, οι οποίοι, όπως καταγράφεται, στην πορεία «εξυπηρέτησαν την κτηνώδη επιθυμία της».
Το μοτίβο πίσω από κάθε έγκλημα
Επιπροσθέτως, η εισαγγελέας περιγράφει με ακρίβεια τον τρόπο δράσης της. «Είχε την ικανότητα να δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες θανάτου», μιλώντας για μια γυναίκα που ήξερε πώς να «στήνει σκηνικά θανάτου» και «να παρουσιάζει τον εαυτό της ως τον “σωτήρα” των θυμάτων και όχι ως τον εκτελεστή αυτών».
Ποτέ δεν άφηνε τίποτα στην τύχη, σημειώνει στην πρότασή της η εισαγγελική λειτουργός. «Φρόντιζε να είναι μόνη της με τα θύματα» πριν από κάθε πράξη, «ενεργούσε ψύχραιμα και μεθοδικά, ενώ επέλεγε ευάλωτα θύματα».
Επέλεγε μάλιστα ως τόπο τέλεσης «ακόμη και δημόσια νοσοκομεία ακολουθώντας ένα μοτίβο», όπως καταγράφεται, για την «εγκληματική της δράση (modus operandi)». Σύμφωνα με την εισαγγελέα, κάθε θάνατος, κάθε απόπειρα, μοιάζει να επαναλαμβάνει το ίδιο σχέδιο, την ίδια λεπτομέρεια, το ίδιο σκηνικό απομόνωσης του θύματος τη στιγμή που χρειαζόταν εκείνη να είναι ολομόναχη μαζί του – είτε επρόκειτο για δωμάτιο σπιτιού είτε για θάλαμο νοσοκομείου.
Παράλληλα, η Ειρήνη Μουρτζούκου περιγράφεται από την εισαγγελέα ως άτομο με ακραία βίαιη συμπεριφορά, που είχε πραγματοποιήσει αδιανόητες και επικίνδυνες πράξεις εις βάρος ανθρώπων του πιο στενού περιβάλλοντός της, πολύ πριν φτάσει στα βρέφη που αργότερα θα σκότωνε.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση μιας φίλης της, την οποία επιχείρησε να πνίξει με μια κορδέλα επειδή τη ζήλευε. Επιθετική στάθηκε ακόμη και απέναντι στη μητέρα της, την οποία, σύμφωνα με τη δικογραφία, ξυλοκόπησε όταν έμαθε ότι είναι έγκυος σε άλλο παιδί.
«Αιμοσταγής και αδίστακτη, ήθελε ως λάφυρο να έχει την εικόνα του νεκρού παιδιού της…»
Η ίδια αυτή βίαιη πλευρά του χαρακτήρα της την οδήγησε, τα Χριστούγεννα του 2020, σε κάτι πολύ πιο σοβαρό. Στην Πάτρα, η κατηγορουμένη επιχείρησε να πνίξει με μαξιλάρι την τότε σύντροφό της όσο εκείνη κοιμόταν δίπλα της -η απόπειρα ανθρωποκτονίας για την οποία κατηγορείται-, με την εισαγγελική πρόταση να αναφέρει ότι «επέλεξε το θύμα της, το οποίο βρισκόταν σε αθωράκιστη θέση», αιφνιδιάζοντάς το ενώ κοιμόταν ανυποψίαστο.
Η παθούσα ξύπνησε τη στιγμή που δεν μπορούσε πια να αναπνεύσει, αντιστάθηκε σπρώχνοντας με τα χέρια της και γλίτωσε. Όταν της φώναξε να σταματήσει, η κατηγορουμένη, σύμφωνα με την κατάθεσή της, της απάντησε ψύχραιμα: «Θα σε σκοτώσω».
«Εντός της οικίας της, που βρισκόταν στην Πάτρα, έχοντας αποφασίσει σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, και δη έχουσα απόλυτα συνειδησιακή διαύγεια, ψύχραιμη και ήρεμη σκέψη, νηφάλια στάθμιση των αιτιών που ωθούν προς το έγκλημα, να σκοτώσει την τότε μόνιμη σύντροφό της ενώ εκείνη κοιμόταν», αναφέρει συγκεκριμένα η εισαγγελέας.
«Απαθής και ψύχραιμη»
Λίγους μήνες αργότερα, η φίλη της 25χρονης Ειρήνης, Κατερίνα, της εμπιστεύτηκε ό,τι πιο πολύτιμο είχε στη ζωή της: το βρέφος της. Δεν ήξερε όμως -σύμφωνα με την εισαγγελέα- τότε τι θα ακολουθούσε. Η πρώτη προειδοποίηση είχε έρθει νωρίτερα, στις 11 Δεκεμβρίου 2020, μέσα στον θάλαμο του Γενικού Νοσοκομείου Πατρών «Καραμανδάνειο», όπου νοσηλευόταν το κοριτσάκι.
Η μητέρα του είχε φύγει για λίγο, για να πάει σπίτι να πάρει καθαρά ρούχα, εμπιστευόμενη το παιδί της στην κατηγορουμένη «μη γνωρίζοντας ότι το αφήνει στα χέρια του μελλοντικού δολοφόνου του», αναφέρει η εισαγγελική πρόταση.
Το βρέφος παρουσίασε τότε επεισόδιο σπασμών, το οποίο, σύμφωνα με την κατηγορουμένη, ξεκίνησε με έναν απλό «γογγυσμό». Εκείνη έμεινε «απαθής και ψύχραιμη, σίγουρη ότι ελέγχει την κατάσταση», πιστεύοντας «ότι είναι άτρωτη», σκεπτόμενη -όπως σημειώνει η εισαγγελέας- πως «κανένας δεν θα της επιρρίψει ευθύνη», αφού το βρέφος «είναι άρρωστο».
Ήταν, όπως αποδεικνύεται αργότερα, το ίδιο ακριβώς εκείνο επεισόδιο που θα επαναλαμβανόταν λίγες εβδομάδες αργότερα με μοιραίο αποτέλεσμα: «Ο μηχανισμός αυτός», αναφέρει στην εισαγγελική πρόταση, «τον οποίο είχε ενεργοποιήσει εκείνο το απόγευμα στο νοσοκομείο, ήταν ο ίδιος μηχανισμός που ενεργοποιήθηκε και ολοκληρώθηκε από την κατηγορουμένη» λίγο αργότερα, όταν βρέθηκε ξανά μόνη με το βρέφος. Τότε, στο νοσοκομείο, γλίτωσε χάρη στην άμεση επέμβαση γιατρών και νοσηλευτών.
Δεν είχε την ίδια τύχη στις 4 Φεβρουαρίου 2021. Το βρέφος, πλέον 6 μηνών, βρέθηκε νεκρό στο σπίτι. Η εισαγγελική πρόταση περιγράφει με ακρίβεια: η κατηγορουμένη «βρισκόταν μόνη της με το βρέφος» και «είναι αυτή που έφραξε εντελώς τις αναπνευστικές οδούς -μύτη και στόμα- του βρέφους, προκαλώντας υποξία, από την οποία επήλθε και ο θάνατός του».
Σημειώνεται ότι η αρχική έκθεση που είχε συντάξει ο ιατροδικαστής Ανδρέας Γκότσης απέδωσε τον θάνατο σε παθολογικά αίτια – μια διάγνωση που οδήγησε στο κλείσιμο της υπόθεσης, χωρίς ποτέ κανείς να αναζητήσει ευθύνες. Χρειάστηκαν χρόνια, και η παρέμβαση άλλων ιατροδικαστών, για να καταρριφθεί αυτή η αρχική εκτίμηση και να αποδοθεί τελικά ο θάνατος σε ασφυξία.
«Το είχε πνίξει πολύ νωρίτερα»
Λίγους μήνες αργότερα, η ίδια η κατηγορουμένη έγινε μητέρα. Η εισαγγελική λειτουργός σημειώνει ότι κατά την εγκυμοσύνη της ήταν απρόσεκτη, κάπνιζε και έκανε χρήση αλκοόλ και ναρκωτικών ουσιών, «αδιαφορώντας για την τύχη του κυοφορούμενου».
Για τη νύχτα του θανάτου, η εισαγγελική πρόταση περιγράφει μια γυναίκα που είχε ήδη «πνίξει πολύ νωρίτερα το βρέφος» και, αφού «είχε σιγουρευθεί ότι το παιδί είναι νεκρό», τηλεφώνησε στη μητέρα της «αρχίζοντας δήθεν να κλαίει». Η εισαγγελέας αναφέρει πως παρέμεινε για τουλάχιστον δύο ώρες κλεισμένη σε ένα δωμάτιο με το ήδη νεκρό βρέφος, «προφανώς για να μελετήσει τις επόμενες κινήσεις της» – τι θα πει στους γιατρούς, τι θα πει στην Αστυνομία.
Υπενθυμίζεται ότι στη γιατρό του Κέντρου Υγείας έδωσε τελείως διαφορετική εκδοχή, ισχυριζόμενη ότι το βρέφος κοιμόταν μαζί της στο ίδιο κρεβάτι και το βρήκε έτσι όταν ξύπνησε. Η εισαγγελική πρόταση σημειώνει ότι ενήργησε «χωρίς να επιδείξει καμία μεταμέλεια και ενοχή» – μια περιγραφή που, όπως προκύπτει από την εισαγγελική πρόταση, θα επαναληφθεί για κάθε επόμενο θάνατο.
Το δεύτερο παιδί της κατηγορουμένης, Μαρία- Φρειδερίκη, γεννήθηκε τον Αύγουστο του 2023. Η εισαγγελική πρόταση δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας: ήταν «αποφασισμένη να αφαιρέσει τη ζωή και του δεύτερου παιδιού της», ενώ «δεν είχε αναπτύξει κανέναν συναισθηματικό δεσμό ούτε με το δεύτερο τέκνο της». «Ήταν το τρίτο βρέφος στη σειρά που θα κατάφερνε να του πάρει την ανάσα», τονίζει, χαρακτηρίζοντάς την στο ίδιο σημείο «αιμοσταγή και αδίστακτη προσωπικότητα».
Πριν προχωρήσει «προετοίμαζε το έδαφος», θέλοντας «να δημιουργήσει το δικό της ιδανικό σκηνικό θανάτου». Επέλεξε ξανά «το δημόσιο νοσοκομείο» ως σκηνικό, προσπαθώντας παράλληλα να χτίσει «το προφίλ της θλιμμένης-βασανισμένης μητέρας», αναφέρει συγκεκριμένα η εισαγγελέας.
Στον θάλαμο χαμήλωνε κάθε φορά την ένταση του οξύμετρου-μόνιτορ, «ώστε να μη γίνει αντιληπτή η επενέργειά της επί του σώματος του βρέφους» και κοιμόταν στην κούνια αντί για την καρέκλα, ώστε να βρίσκεται σε συνεχή, κοντινή απόσταση με το σώμα του. Σημειώνεται ότι είχαν ακολουθήσει αρκετές αποτυχημένες απόπειρες μέσα σε μόλις λίγες εβδομάδες. Η πρώτη σύμφωνα με την εισαγγελική πρόταση έγινε στο σπίτι και απέτυχε μόνο επειδή γύρισε ξαφνικά η μητέρα της κατηγορουμένης.
«Το μωρό μεταφέρθηκε βιαστικά σε Κέντρο Υγείας και γλίτωσε», λέει και προσθέτει ότι «δεν ήταν αρκετό για να τη σταματήσει». Υπενθυμίζεται πως σύμφωνα με το κατηγορητήριο μέσα στις επόμενες εβδομάδες, ενώ το δύο μηνών βρέφος νοσηλευόταν, επιχείρησε ξανά ακόμη τρεις φορές, πάντα με τον ίδιο τρόπο, να το σκοτώσει, και κάθε φορά η άμεση παρέμβαση γιατρών και νοσηλευτών ματαίωνε το σχέδιό της.
«Δεν πτοήθηκε», σημειώνει η εισαγγελική πρόταση, παρέμεινε «αποφασισμένη να ολοκληρώσει το εγκληματικό της σχέδιο». Στις 17 Οκτωβρίου 2023, «αφού είχε σιγουρευθεί ότι η αποκλειστική νοσοκόμα είχε αποκοιμηθεί», ολοκλήρωσε την πράξη «πνίγοντας το παιδί της» και στη συνέχεια «απαθέστατα ειδοποίησε τους νοσηλευτές».
«Αντικείμενα θανάτου»
Η εισαγγελική πρόταση περιγράφει με ιδιαίτερη έμφαση τη συμπεριφορά της κατηγορουμένης αμέσως μετά τους θανάτους των παιδιών. Αντιμετώπιζε, όπως αναφέρεται, «τα θύματά της ως αντικείμενα», δείχνοντας «την απύθμενη επιθυμία της για έλεγχο, κατοχή και διατήρηση συμβολικής δύναμης πάνω στα θύματα».
«Δεν δίστασε μέχρι και να φωτογραφίσει το νεκρό βρέφος της Κατερίνας και να στείλει τις εικόνες σε τρίτους, ενώ μετά τον θάνατο της δικής της κόρης ζήτησε να βγάλει φωτογραφίες και το νεκρό παιδί της. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να αποτυπώσει την εικόνα του νεκρού παιδιού της ως λάφυρο», τονίζει η εισαγγελική λειτουργός.
«Η ομολογία ήταν μονόδρομος»
Η σύλληψή της, «την οποία δεν περίμενε», ήρθε ύστερα από χρόνια κατά τα οποία, όπως σημειώνει η εισαγγελική πρόταση, «πίστευε ότι παραπλανούσε την οικογένειά της, τον κοινωνικό της περίγυρο, τους συγγενείς των θυμάτων και τις αστυνομικές αρχές», χωρίς «να την περιορίζει ο φόβος» πως κάποιος θα την ανακάλυπτε. Σημειώνεται ότι η Ειρήνη Μουρτζούκου είχε φτάσει να καταθέσει η ίδια μηνυτήρια αναφορά κατά γιατρών για τον θάνατο της κόρης της.
Η εισαγγελέας αναφέρει πως επρόκειτο για ακόμη μία προσπάθεια «συγκάλυψης της εγκληματικής της συμπεριφοράς» και συνεχίζει αναφέροντας πως «απευθύνθηκε ακόμη και σε τηλεοπτικές εκπομπές, ζητώντας δήθεν να μάθει τι συνέβη στα παιδιά της, επιδιώκοντας να χτίσει δημόσια μια εικόνα θλιμμένης μητέρας που αναζητά απαντήσεις. Μόλις όμως βρέθηκε αντιμέτωπη με τα στοιχεία, ομολόγησε. «Η ομολογία ήταν μονόδρομος», αναφέρει η εισαγγελική πρόταση, η οποία τονίζει ότι η κατηγορουμένη «δεν δείχνει καμία ενοχή ή μεταμέλεια».
«Πλήρης ικανότητα καταλογισμού»
Κομβικό σημείο της εισαγγελικής πρότασης είναι η απόρριψη του ισχυρισμού περί μειωμένου καταλογισμού. Υπενθυμίζεται ότι οι τεχνικοί σύμβουλοι που όρισε η ίδια η κατηγορουμένη, η νευροψυχολόγος Διονυσία Βαλλιανάτου και η ψυχολόγος Αμαλία Λουίζου, είχαν καταλήξει στις ψυχολογικές γνωμοδοτήσεις ότι έπασχε από πολύ νωρίτερα -του χρόνου τέλεσης των αποδιδόμενων σε αυτήν πράξεων- από μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας, η οποία και «λόγω των αγχογόνων παραγόντων που βίωνε, είχε διαταράξει πλήρως τη λογική της, την ικανότητα λήψης ορθών αποφάσεων, την επίγνωση περί δικαίου και αδίκου, αλλά και την αντιληπτική της ικανότητα, περί οποιασδήποτε άδικης πράξης».
Η εισαγγελική πρόταση, όμως, στηρίζεται στην επίσημη πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε από τους πραγματογνώμονες ψυχιάτρους Γεώργιο Αλεβιζόπουλο και Μιχαήλ Χατζούλη. Οι ειδικοί αυτοί κατέληξαν ότι η κατηγορουμένη δεν παρουσίαζε «καμία ψυχωτική διαταραχή, ούτε σοβαρή συμπτωματολογία ικανή να επηρεάσει την αντίληψή της περί δικαίου και αδίκου κατά τον χρόνο τέλεσης των πράξεων, ούτε και εντοπίστηκαν επίσης στοιχεία επιλόχειας κατάθλιψης μετά τους δύο τοκετούς της».
Η κρίση τους ήταν ξεκάθαρη: η κατηγορουμένη γνώριζε πλήρως τι έκανε τη στιγμή που το έκανε και είχε πλήρη ικανότητα διάκρισης μεταξύ σωστού και λάθους. Με βάση αυτή την πραγματογνωμοσύνη, η εισαγγελική πρόταση χαρακτηρίζει τον ισχυρισμό της υπεράσπισης «πολύ συνηθισμένη υπερασπιστική τακτική».
Καταλήγει πως «οι ισχυρισμοί της δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί» επειδή είναι «αβάσιμοι και επιστημονικά ατεκμηρίωτοι». Με βάση το πόρισμα των πραγματογνωμόνων, η εισαγγελέας καταλήγει ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο αποδοχής των ισχυρισμών περί μειωμένου καταλογισμού, αλλά ούτε και για την ελαφρύτερη κατηγορία της παιδοκτονίας.
Αντίθετα θεωρεί ότι η κατηγορουμένη είχε πλήρη επίγνωση των πράξεών της, γεγονός που -κατά την πρότασή της- οδηγεί αποκλειστικά στην κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση.
«Κάθε ενέργειά της ήταν αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής»
Παράλληλα, η εισαγγελική λειτουργός συνθέτει ένα ιδιαίτερα σκληρό ψυχολογικό πορτρέτο της Ειρήνης Μουρτζούκου. Σύμφωνα με την πρότασή της πρόκειται για ένα πρόσωπο που δεν μπορούσε να αναπτύξει πραγματικούς συναισθηματικούς δεσμούς και επιδίωκε διαρκώς να επιβάλλεται στους άλλους.
Συγκεκριμένα αναφέρει πως ήταν «ένα άτομο με εγγενή επιθετικότητα» που «δεν συνδέεται πραγματικά, συναισθηματικά, με κανέναν και τίποτα», και αναζητούσε διαρκώς «την αίσθηση της κυριαρχίας, της επιβολής και τελικά της παντοδυναμίας». Η εισαγγελέας υποστηρίζει ακόμη ότι κάθε ενέργειά της ήταν αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής.
Η ίδια στην απολογία της υποστήριξε ότι «κάθε φορά θόλωνα». Η εισαγγελική λειτουργός, όμως, απορρίπτει πλήρως αυτόν τον ισχυρισμό. Κατά την κρίση της «απολάμβανε τα θύματά της έρμαια στα χέρια της», ενεργούσε «χωρίς καμία ενοχή και με πλήρη περιφρόνηση στην ανθρώπινη ζωή», ενώ «σε κάθε πράξη ενήργησε σχεδιασμένα, χωρίς καμία αναστολή και ευρισκόμενη σε ήρεμη ψυχική κατάσταση».
Μάλιστα αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι, κατά την κρίση της, «η ήρεμη σκέψη της κυριάρχησε στις αποφάσεις και στην εκτέλεση των εγκλημάτων», καταλήγοντας να τη χαρακτηρίζει «οργανωμένο, ιδιαίτερα υπολογιστικό, βίαιο, ανελέητο, αδίστακτο και άκρως επικίνδυνο άτομο, το οποίο το μόνο που ήθελε ήταν να βλέπει τα θύματά της νεκρά».
Αν έπρεπε να ξεχωρίσει κανείς μόνο μία φράση από ολόκληρη την εισαγγελική πρόταση, πιθανότατα θα ήταν αυτή. Γιατί μέσα από αυτές τις λέξεις αποτυπώνει την εικόνα που επιχειρεί να περιγράψει το σύνολο της πρότασης: πίσω από κάθε σκηνικό, κάθε δάκρυ μπροστά στους γιατρούς και κάθε φωτογραφία που έστελνε σε τρίτους, δεν υπήρχε πόνος, αλλά μόνο υπολογισμός.
Για ανθρωποκτονία από πρόθεση
Με το παραπεμπτικό βούλευμα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αχαΐας ανοίγει οριστικά τον δρόμο για τη δίκη της Ειρήνης Μουρτζούκου στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Πατρών. Η κατηγορουμένη παραπέμπεται να δικαστεί για ανθρωποκτονία από πρόθεση, σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά συρροή, αλλά και για απόπειρα ανθρωποκτονίας.
Από την πρώτη απόπειρα εις βάρος της πρώην συντρόφου της μέχρι τον θάνατο της Μαρίας-Φρειδερίκης, το Δικαστικό Συμβούλιο υιοθετεί πλήρως το κατηγορητήριο. Με την ίδια απόφαση παρατείνεται και η προσωρινή κράτηση της κατηγορουμένης έως τις 7 Ιανουαρίου 2027.
Η Ειρήνη Μουρτζούκου θα καθίσει στο εδώλιο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Πατρών για να δικαστεί για το σύνολο των πράξεων που της αποδίδονται, ενώ μέχρι τότε παραμένει προσωρινά κρατούμενη στις φυλακές Κορυδαλλού.
Viral άρθρα:
- Οι Κόρες της Αρετής: Ηθοποιός από τους Παγιδευμένους στη νέα σειρά του ALPHA
- Νόμοι της Καρδιάς: Η Αζρά τον πιάνει στα πράσα με άλλη
- Τί διαφορά έχει το επιτραπέζιο από το μεταλλικό νερό και ποιο να επιλέξουμε
- Τα σημάδια που φανερώνουν ότι ζηλεύει η κολλητή του παιδιού σου- Πώς να το πεις στο παιδί χωρίς να τσακωθείτε
- Η τούρτα προφιτερόλ της μαμάς
- Αίγιο: Νέες εξελίξεις στο διπλό φονικό- Το πτώμα της μητέρας «μίλησε» – Η λεπτομέρεια που αλλάζει τα πάντα