Η δική μου ιστορία για το πώς αντιμετώπισα την απώλεια της μαμάς μου μερικούς μήνες πριν αλλά και μερικές συμβουλές για να αντιμετωπίσετε το πένθος με έναν ίσως πιο υγιή τρόπο. Σκέψεις γραμμένες απευθείας από το μυαλό μου, χωρίς φίλτρα, για τη μεγαλύτερη απώλεια που πέρασα μέχρι σήμερα στη ζωή μου και τη πρώτη μου επαφή με τον θάνατο.
Οι γονείς θέλουν να φύγουν πρώτοι από τα παιδιά αφού αυτή είναι η φυσική πορεία της ζωής. Όταν συμβαίνει το αντίθετο, η τραγωδία είναι ανείπωτη. Όμως όταν χάνεις τον έναν από τους δύο σου γονείς ή και τους δύο, το τραύμα είναι βαθύ και η πραγματική ενηλικίωση απότομη. Γι’ αυτό αποφάσισα να εξωτερικεύσω τις σκέψεις μου μαζί σας, ώστε να δώσω κουράγιο πρώτα από όλα στον εαυτό μου, αλλά και σε όσους ανθρώπους τυχαίνει να βρισκόμαστε στην ίδια κατάσταση. Διαβάστε παρακάτω:
Η στιγμή της διάγνωσης
Είναι ίσως από τα πιο δύσκολα κείμενα που έχω καλεστεί να γράψω και η αλήθεια είναι πως το κάνω περισσότερο για να δώσω κουράγιο σε άλλους ανθρώπους που είναι στην ίδια θέση με μένα και ίσως να τα έχουν λίγο πιο πολύ χαμένα από ότι εγώ. Θα πάρω λοιπόν την ιστορία από την αρχή γιατί σε μερικές περιπτώσεις δε σε τραυματίζει μόνο το πένθος.
Σε τραυματίζει ό,τι έχεις περάσει μέχρι να φτάσεις σε σημείο να παρακαλάς να φύγει ο δικός σου άνθρωπος από τη ζωή, για να σταματήσει να ταλαιπωρείτε. Και πιστέψτε με, αυτή είναι ίσως η μέγιστη ένδειξη αγάπης και ό,τι πιο δύσκολο θα καλεστείς ποτέ να σκεφτείς στη ζωή σου. Η μαμά μου διαγνώστηκε με καρκίνο τον Μάιο του 2025.
Από τον Απρίλιο το αριστερό της χέρι είχε παραλύσει. Ξεκίνησε με ένα απλό μούδιασμα στον αντίχειρα, ένα απόγευμα που ξύπνησε από τον μεσημεριανό της ύπνο και μετά από μισό μήνα το μούδιασμα είχε εξαπλωθεί σε όλο της το χέρι με αποτέλεσμα να μη μπορεί να το κινήσει. Στην οικογένεια είμαι το μικρότερο παιδί με μεγάλη διαφορά από τα αδέρφια μου.

Photo via: pexels.com (RDNE Stock project)
Όταν γεννήθηκαν εγώ, τα αδέρφια μου είχαν ήδη πατήσει τα 20 και οι δύο από αυτούς, τα είχαν ξεπεράσει κιόλας. Από μικρή ήξερα ότι οι γονείς μου είναι πιο μεγάλοι από τους γονείς των φίλων μου αλλά μέχρι και την ενηλικίωση πίστευα ότι είναι αθάνατοι. Ή τουλάχιστον ότι θα πεθάνουν στα πολύ βαθιά γεράματα, ήσυχα, στο κρεβάτι τους.
Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι οι δικοί μου οι γονείς θα μπορούσαν να αρρωστήσουν τόσο βαριά. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ τί θα έκανα αν βρισκόμουν σε αυτή τη θέση. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι αυτό το κακό θα χτυπούσε και τη δική μου πόρτα. Όχι επειδή δεν ήθελα να το σκέφτομαι, αλλά γιατί ειλικρινά και αφελώς, απλά πίστευα ότι δεν θα συμβεί ποτέ σε μένα.
Ήξερα μάλιστα ότι αν συνέβαινε δεν θα είχα τη ψυχική δύναμη να το διαχειριστώ. Δεν θα μπορούσα να ανταπεξέλθω στις προκλήσεις. Πίστευα ότι θα παραιτούμουν από τη δουλειά μου, ότι θα σταματούσα να βγαίνω από το σπίτι και θα ένιωθα μόνιμα θλιμμένη και πελαγωμένη. Αλλά από αυτή τη βαθιά θλίψη, που σου καίει τα σωθικά.
Πήγαμε λοιπόν ένα απόγευμα του Μάη, μία εβδομάδα περίπου πριν την Γιορτή της Μητέρας στο Γεννηματά. Περιμέναμε στα επείγοντα περιστατικά πολλές ώρες. Φτάσαμε εκεί γύρω στις 19:30 και τη διάγνωση τη πήραμε περίπου στις 4:00 τα ξημερώματα. Χαμός εκείνο το βράδυ στο νοσοκομείο. Το ένα επείγον περιστατικό να διαδέχεται το άλλο.
Η μητέρα μου ήθελε απλά να τελειώνει και ένιωθε πολύ κουρασμένη να τα τραβάει όλα αυτά χωρίς λόγο, ο αδερφός μου κι εγώ να προσπαθούμε να κανονίσουμε τα προγράμματά μας με τις δουλειές μας, γιατί όσο περνούσε η ώρα είναι αυτονόητο ότι δε θα μπορούσαμε να πάμε το επόμενο πρωί στη δουλειά. Όλοι πιστεύαμε ότι τραβάμε τσάμπα τόση ταλαιπωρία και ότι θα γυρνούσαμε την επόμενη μέρα στο σπίτι με μία σακούλα φάρμακα και πολλά νεύρα για το Δημόσιο Σύστημα Υγείας στην Ελλάδα.
Όμως δεν ήταν έτσι. Περίπου λοιπόν στις 4:00 τα ξημερώματα κι ενώ ο αδερφός μου κοιμόταν στο αυτοκίνητο εγώ με τη μητέρα μου στο καροτσάκι άκουγα μία παθολόγο στα επείγοντα να μου λέει ακριβώς αυτή τη φράση “βρήκαμε μία βλάβη στο πνεύμονα.“. Μέσα σε δευτερόλεπτα σκέφτηκα ότι “οκ, πες μου απλά πως λύνεται“. “Αυτή η βλάβη έχει κάνει μετάσταση και στο κεφάλι“.
Η μητέρα μου δεν κατάλαβε τί ήθελε να πει. Ευτυχώς ούτε η λέξη μετάσταση της προκάλεσε το ενδιαφέρον ούτε η λέξη βλάβη. Ήθελε απλά να τελειώνουμε και να γυρίσουμε σπίτι μας. Εμένα όμως εκείνη τη στιγμή σταμάτησε ο κόσμος μου. Κοιτούσα τη παθολόγο με τα δάκρυα να ξεκινούν να τρέχουν από τα μάτια μου χωρίς να κλαίω.
Δεν ήξερα αν φταίνε τα νέα, η κούραση ή όλα μαζί. Ήξερα ότι ήθελα να ολοκληρώσει τη φράση της με κάτι ελπιδοφόρο. Με κάτι που να μου έδειχνε ότι δε μιλάμε για καρκίνο. Ότι μιλάμε για κάτι σοβαρό που όμως αντιμετωπίζεται. Όμως εκείνη με πήρε λίγο πιο πέρα και συνέχισε λέγοντας: “Δεν είμαι ογκολόγος, όμως από την εμπειρία μου σε αυτά τα πράγματα, αυτό που έδειξε η αξονική είναι κακοήθεια. Πρέπει να πάτε αμέσως στον Ευαγγελισμό γιατί εκεί υπάρχουν τα κατάλληλα μηχανήματα“.
Έκλαιγα και η παθολόγος με λυπήθηκε κι ας μην έκλαιγα γοερά. Πάνω από όλα η αξιοπρέπειά μου, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τα μάτια μου να σταματήσουν να δακρύζουν όσο κι αν χαμογελούσα παράλληλα για να μη με λυπηθεί. Όμως με συμπόνεσε και με ρώτησε αν έχω κάποιον μαζί μου, αν χρειάζομαι κάτι. Είχα τον αδερφό μου που κοιμόταν στο αμάξι και έπρεπε να του πω κάτι τέτοιο. Δεν ήταν και η πιο παρήγορη σκέψη εκείνη την ώρα.
Είχα και τη μαμά μου στο κρεβάτι να της βάζουν τον τελευταίο ορό και έπρεπε να είμαι ψύχραιμη μπροστά της ώστε να μην καταλάβει κάτι. Βγαίνω από το ιατρείο και παίρνω τηλέφωνο 6 η ώρα το πρωί όποια κολλητή μου βρήκα πρώτη στο τηλέφωνο. Εκείνο το πρωί έκλαψα χωρίς ανάσα. Δεν μπορούσα να τους εξηγήσω τί είχε συμβεί.
Για μένα είχε γκρεμιστεί ο κόσμος μου. Είχαν γκρεμιστεί όλα όσα θεωρούσα δεδομένα μέχρι τότε. Δεν ζούσα εγώ αυτή τη κατάσταση. Είχα βγει από το σώμα μου και παρακολουθούσα από απόσταση εμένα να κλαίω με λυγμούς, μόνη μου, σε μία άλλη πόλη, χωρίς κανέναν άνθρωπο κοντά μου. Μα η πιο τρομαχτική σκέψη ήταν ότι ο ένας και μοναδικός άνθρωπος που θα μπορούσε να με συνεφέρει εκείνη τη στιγμή από κάτι τόσο τρομαχτικό, ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του ιατρείου και δεν έπρεπε να μάθει τίποτα.
Έμεινα μαζί με τη μαμά μου μέχρι το τέλος. Δεν την άφησα στιγμή. Έμενα και πάλι πίσω στο παιδικό μου δωμάτιο. Ακροβατούσα στη δική μου καθημερινότητα και στη δική της. Πάθαινε κρίσεις και δεν μπορούσε να κοιμηθεί κι εγώ ήμουν δίπλα της με το λάπτοπ και έβγαζα τα άρθρα της ημέρας. Εγώ, που αν με ρωτούσες μερικούς μήνες πριν θα σου έλεγα ότι θα είχα παραιτηθεί από όλα, όχι μόνο δεν παραιτήθηκα.
Προσπαθούσα να είμαι πιο τυπική από πριν στη δουλειά μου. Ήμουν ψύχραιμη, έκανα πλάκα με το θέμα, ήλπιζα. Μέχρι που ξεκίνησε να καταπέφτει τελείως. Και δεν της άξιζαν αυτά που ζούσε. Όταν αγαπάς έναν άνθρωπο δε θες απλά να τον βλέπεις να ζει. Θες να τον βλέπεις να ζει χαρούμενος. Και αν η μάνα μου είχε την επιλογή “να ζήσω μέχρι να φοράω πάνες γιατί δεν μπορώ να σηκωθώ ή να πεθάνω εκείνο το ξημέρωμα στον Γεννηματά;” θα σου απαντούσε το δεύτερο.
Όταν ο καρκίνος ξεκίνησε να εξαπλώνεται
Ένας περήφανος άνθρωπος που ακόμη και με ένα χέρι, έκανε κανονικά όλες τις δουλειές του σπιτιού για να μας περιποιηθεί αλλά και για να μας αποδείξει ότι δε θα την νικήσει ο καρκίνος. Ένας άνθρωπος που δε ζήτησε ποτέ βοήθεια από κανέναν, ξαφνικά έβλεπε τη κόρη του να της αλλάζει πάνες, να την κάνει μπάνιο, να τη παρηγορεί.
Σηκωνόταν το βράδυ τρομαγμένη, αφού ο όγκος στο κεφάλι τους τελευταίους μήνες την είχε κάνει να έχει παραισθήσεις και πήγαινα να τη συνεφέρω κι αφού συνερχόταν μου έλεγε “πήγαινε για ύπνο κορίτσι μου να ξεκουραστείς, αύριο ξυπνάς νωρίς“. Σκεφτόμουν και χαμογελούσα ότι δεν γίνεται ακόμη και σε αυτή τη κατάσταση, η μητέρα μου να αγχώνεται για το αν έφαγα ή πότε θα κοιμηθώ.
Μία εβδομάδα πριν φύγει όλοι ήταν σπίτι μας. Δεν είχαμε κάνει καμία επίσημη πρόσκληση σε κανέναν. Θυμάμαι ότι ήταν ένα συνηθισμένο Κυριακάτικο τραπέζι και μέχρι εκεί. Αλλά για κάποιον λόγο όλοι ήταν σπίτι μας. Ακόμη και συγγενείς από την Αθήνα. Ήρθαν να την δουν, να την αποχαιρετήσουν, να μας συντρέξουν. Η εικόνα της τους σόκαρε.
Δεν πίστευαν ότι σε μόλις 21 εβδομάδες ο καρκίνος της είχε κάνει τέτοια ζημιά. Εγώ δεν το καταλάβαινα πολύ, γιατί το ζούσα, αλλά η θεία μου από την Αθήνα που τη τελευταία φορά που την είδε ήταν εκείνες τις μέρες στον Ευαγγελισμό, την είδα να χάνει το φως της όταν την αντίκρισε. Χλόμιασε. Δύο μέρες πριν φύγει ήταν πάλι κόσμος εκεί.
Η Λένα Γατσή, τα εγγόνια της, οι κολλητές μου. Πάλι δεν είχαμε καλέσει κανέναν. Αλλά πάλι ήθελαν όλοι να έρθουν. Η μαμά μου ήταν ένας αγαπητός άνθρωπος. Κι αν δεν είχες γνωρίσει εκείνη, θα αγαπούσες τουλάχιστον τα παιδιά της. Κι αυτό πολλές φορές σημαίνει πολλά για τις μαμάδες και τους μπαμπάδες τους.
Η στιγμή που έφυγε
Έφυγε στις 12 Σεπτεμβρίου του 2025. Δούλευα εκείνο το πρωί κι απλά συνειδητοποίησα ότι φεύγει. Μπήκα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Από τη μία έγραφα άρθρα από την άλλη μιλούσα με τις φίλες μου και τον μπαμπά μου για το τί να κάνω. Όλοι να μου λένε να καλέσω ασθενοφόρο κι εγώ απλά ήθελα να φύγει σπίτι της. Ήρεμα.
Με τα πολλά άφησα τη δουλειά και κάλεσα ασθενοφόρο. Η τηλεφωνήτρια κατάλαβε και μου είπε με ήρεμη φωνή να της φτιάξω λίγο τη στάση σώματος και είμαστε στα έκτακτα περιστατικά. Το πρώτο ασθενοφόρο θα ήταν έξω από το σπίτι. Κι έτσι έγινε, αλλά μέχρι να έρθουν η μαμά μου είχε φύγει. Προτού καταπέσει πρόλαβα να της πω ενώ κάναμε τσιγάρο μαζί ότι την αγαπάω. Ότι είναι υπέροχη μαμά. Και πρόλαβε να μου πει ότι με λατρεύει εξίσου. Και είναι πολύ σημαντικό αυτό.
Όταν όμως έφευγε, ξάπλωσα δίπλα της, της χάιδευα το χέρι και της υποσχέθηκα ότι θα τα καταφέρουμε και χωρίς αυτήν. Ότι μπορεί να φύγει τώρα. Και το εννοούσα. Γιατί μάθαινα από τις φίλες μου, ότι τους έλεγε τον πρώτο καιρό της διάγνωσης ότι φοβόταν για μένα. Ότι θεωρούσε ότι είμαι πολύ ευαίσθητη για να αντέξω τον θάνατό της.
Και ίσως όσο άντεξε να άντεξε εξαιτίας αυτού. Ήθελα λοιπόν να την ανακουφίσω. Μπορώ και χωρίς εσένα. Θα τα καταφέρω και χωρίς εσένα γιατί έκανες πολύ καλή δουλειά με μένα. Λίγα λεπτά μετά σταμάτησε να αναπνέει. Εκείνο το βράδυ έκλαψα πολύ όταν έμεινα επιτέλους μόνη μου, στο μπαλκόνι. Άκουγα Καζαντζίδη και όλα τα αγαπημένα της τραγούδια, κοιτούσα τον ουρανό και της τα αφιέρωνα.
Πώς διαχειρίστηκα το πένθος
Όμως μετά τη κηδεία προσπάθησα να πατήσω στα πόδια μου. Της είχα δώσει μία υπόσχεση κι αυτή προσπαθώ να τηρήσω μέχρι και σήμερα. Γράφτηκα σε σχολή ξανά στα 29 μου, μήπως και καταφέρω και κάνω και κάτι άλλο με τη ζωή μου πέρα από αυτά που έμαθα να κάνω όλα αυτά τα χρόνια. Ξεκίνησα να έχω περισσότερη υπομονή με τους ανθρώπους.
Κλαίω πιο εύκολα από παλιά, τσακώνομαι πιο δύσκολα και συνήθως νιώθω αποπροσανατολισμένη και αδύναμη. Όμως κατάφερα να βελτιώσω πράγματα σε μένα που δεν τα είχα βελτιώσει τόσο καιρό. Ξεκίνησα να βάζω σωστές προτεραιότητες στη ζωή μου. Μία εβδομάδα πριν τη διάγνωση έκλαιγα με αναφιλητά στην αγκαλιά της επειδή θα δούλευα μόνη μου και φοβόμουν ότι δε θα τα καταφέρω.
Μία εβδομάδα μετά έκλαιγα στον Ευαγγελισμό και τότε όντως μπορεί και να μην τα κατάφερνα. Κι εκείνο το βράδυ που γύριζα Χαλκίδα και με χτυπούσε ο αέρας στο αυτοκίνητο, σκέφτηκα “για τί βλακείες είχες χαραμίσει τα δάκρυά σου τις προάλλες; Τώρα τι κάνεις;“. Πολλοί λοιπόν σκέφτονται ότι το πένθος είναι παραίτηση.
Το πένθος όμως πέρα από τα στάδιά του, το βλέπω και σαν έναν φόρο τιμής γι’ αυτόν που έφυγε. Αυτός που έφυγε λοιπόν είτε υπάρχει κάπου εκεί ψηλά είτε όχι, δε θέλει να σε βλέπει να τα παρατάς και να λυγίζεις. Θέλει να τρως καλά, να κοιμάσαι νωρίς, να κυνηγάς τα όνειρά σου, να έχεις φίλους, να κάνεις σχέση, να χαμογελάς και να ζεις. Ξεκίνησα συνεδρίες με ψυχολόγο γιατί ξέρω ότι αυτό το βάρος δεν μπορώ να το σηκώσω μόνη μου.
Θέλω το πένθος της μαμάς μου κάποια στιγμή στο μέλλον όσο περισσότερο γίνεται να αντιμετωπιστεί. Δε θέλω αυτή της η σκέψη να με βασανίζει μέχρι να φύγω και ‘γω από τη ζωή. Δε θέλω να τη θυμάμαι μόνο άρρωστη. Δεν θέλω να φοβάμαι να εκδηλώσω τα συναισθήματά μου ούτε να παθαίνω κρίσεις πανικού σε άκυρες στιγμές.
Μαμά, σου υποσχέθηκα ότι θα τα καταφέρω και μπορεί να υπάρχουν στιγμές που νιώθω ότι δεν μπορώ, αλλά οι στιγμές που μπόρεσα είναι περισσότερες. Αν περνάς κι εσύ κάτι παρόμοιο με μένα, δες εδώ τη φιλανδική τεχνική Σίσου για να ηρεμήσεις γρήγορα από ότι σε βασανίζει.

Σχετικά άρθρα:
- Διαχείριση πένθους στην εφηβεία- Πως οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν έναν έφηβο να διαχειριστεί την απώλεια
- Η Αγάπη δεν είναι λέξεις, είναι καθημερινές πράξεις που υποδηλώνουν εμπιστοσύνη και σεβασμό
- Τι λέξεις και φράσεις πρέπει να λέτε σε όποιον παθαίνει κρίση πανικού
Εσείς πώς διαχειριστήκατε το πένθος σας; Πείτε μου στα σχόλια τη δική σας εμπειρία.
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου χωρίς τη γραπτή άδεια από τον εκδότη.