Οταν έχουμε κάποιά λάθος συμπεριφορά προς το παιδί, πρέπει να ζητάμε συγνώμη, αν είπαμε ή κάναμε κάτι που δεν έπρεπε. Δείτε παρακάτω τις παιδαγωγικές συμβουλές του ψυχολόγου, Γιάννη Ξηντάρα.
Υπάρχουν στιγμές που ένας γονιός ξέρει ότι δεν τα πήγε καλά. Μπορεί να φώναξε περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν, να κατηγόρησε το παιδί πριν μάθει τι πραγματικά συνέβη, να του μίλησε απότομα επειδή επέστρεψε κουρασμένος από τη δουλειά ή να είπε πάνω στον θυμό του κάτι που λίγο αργότερα θα ήθελε να πάρει πίσω.
Όταν η ένταση περάσει, μένει εκείνη η γνώριμη σκέψη: «Δεν έπρεπε να του μιλήσω έτσι.» Και μετά; Για κάποιους γονείς η απάντηση είναι αυτονόητη: θα ζητήσουν συγγνώμη. Για άλλους όμως αυτό δεν είναι τόσο εύκολο. Μπορεί να αισθάνονται ότι αν παραδεχτούν το λάθος τους θα χάσουν κάτι από τη θέση τους απέναντι στο παιδί. Ότι θα αποδυναμώσουν την αυθεντία τους ή ότι το παιδί θα χρησιμοποιήσει αργότερα αυτή την παραδοχή για να αμφισβητήσει τα όριά τους.
Υπάρχει ακόμη η παλιότερη αντίληψη ότι ο γονιός οφείλει να γνωρίζει, να καθοδηγεί και να έχει τον τελευταίο λόγο. Μέσα σε αυτή την εικόνα, το «έκανα λάθος» μπορεί να μοιάζει παράταιρο. Τα παιδιά όμως δεν χρειάζονται αλάνθαστους γονείς.
Άλλωστε, πολύ γρήγορα ανακαλύπτουν ότι δεν είμαστε. Μας βλέπουν να κουραζόμαστε, να θυμώνουμε, να ξεχνάμε, να βιαζόμαστε, να παρεξηγούμε. Ακόμη κι αν δεν παραδεχτούμε το λάθος μας, αυτό δεν σημαίνει ότι εκείνα δεν το αντιλήφθηκαν. Μερικές φορές μάλιστα το παιδί βρίσκεται σε μια παράξενη θέση: γνωρίζει ότι αδικήθηκε, βλέπει τον γονιό να το γνωρίζει κι εκείνος, αλλά κανείς δεν μιλά γι’ αυτό.
Η συγγνώμη μπορεί να ξεμπλέξει αυτή τη στιγμή.
«Πριν σου μίλησα πολύ άσχημα. Είχα θυμώσει, αλλά ο τρόπος που σου μίλησα δεν ήταν σωστός. Συγγνώμη.» Μια τόσο απλή φράση μεταφέρει στο παιδί περισσότερα απ’ όσα φαίνονται αρχικά. Του δείχνει ότι οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν λάθος χωρίς να καταρρέει η αξία τους. Ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε πως πληγώσαμε κάποιον χωρίς να ψάχνουμε αμέσως μια δικαιολογία. Κυρίως, του δίνει ένα πραγματικό παράδειγμα για κάτι που αργότερα θα ζητήσουμε πολλές φορές και από το ίδιο: να μπορεί να αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών του.
Είναι δύσκολο να μάθουμε σε ένα παιδί να ζητά συγγνώμη αν δεν μας έχει ακούσει ποτέ να το κάνουμε. Φυσικά, έχει σημασία και ο τρόπος. Υπάρχουν συγγνώμες που ακούγονται σαν συγγνώμες, αλλά στην πραγματικότητα επιστρέφουν όλη την ευθύνη στον άλλον. «Συγγνώμη που φώναξα, αλλά με έβγαλες από τα ρούχα μου.»
Το πρώτο μισό της πρότασης αναλαμβάνει την ευθύνη και το δεύτερο σχεδόν την παίρνει πίσω. Ένας γονιός μπορεί να αναγνωρίσει τον δικό του τρόπο συμπεριφοράς και παράλληλα να διατηρήσει απολύτως το όριο που είχε θέσει.
Αν, για παράδειγμα, το παιδί παραβίασε μια συμφωνία, μπορούμε να πούμε ότι η συμφωνία εξακολουθεί να ισχύει και ότι θα υπάρξει η συνέπεια που είχαμε ορίσει. Το ότι φωνάξαμε ή το προσβάλαμε δεν γίνεται σωστό επειδή εκείνο είχε προηγουμένως κάνει κάτι που δεν έπρεπε. Αυτή η διάκριση είναι πολύ σημαντική.

«Είχες κάνει κάτι που είχαμε συμφωνήσει ότι δεν επιτρέπεται και χρειάζεται να το συζητήσουμε. Εγώ όμως δεν έπρεπε να σου μιλήσω με αυτόν τον τρόπο.» Μέσα σε μια τέτοια φράση χωρούν ταυτόχρονα το όριο και η ευθύνη. Η συγγνώμη επίσης δεν χρειάζεται να μετατρέπεται σε μεγάλη συναισθηματική εξομολόγηση. Ένα παιδί δεν χρειάζεται να βρεθεί στη θέση να παρηγορεί τον γονιό επειδή εκείνος αισθάνεται τρομερές ενοχές για το λάθος του.
Όταν η συγγνώμη συνοδεύεται από υπερβολικό αυτοκατηγορητικό λόγο – «είμαι απαράδεκτος γονιός», «τα κάνω όλα λάθος» – οι ρόλοι μπορεί για λίγο να αντιστραφούν και το παιδί να αισθανθεί ότι πρέπει να μας καθησυχάσει.Χρειάζεται περισσότερο καθαρότητα.
Έκανα κάτι. Καταλαβαίνω ότι σε επηρέασε. Αναλαμβάνω αυτό που μου αναλογεί. Θα προσπαθήσω την επόμενη φορά να το διαχειριστώ διαφορετικά.
Υπάρχει βέβαια και μια παγίδα στην άλλη πλευρά. Αν η ίδια συμπεριφορά επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά και κάθε φορά ακολουθεί μια συγγνώμη, κάποια στιγμή οι λέξεις χάνουν το βάρος τους. Η αποκατάσταση μιας σχέσης δεν βρίσκεται μόνο στο «συγγνώμη». Φαίνεται και στην προσπάθεια να αλλάξει κάτι στον τρόπο που σχετιζόμαστε. Αυτό ισχύει για όλες τις σχέσεις και τα παιδιά το καταλαβαίνουν εξαιρετικά καλά. Ίσως τελικά μία από τις πιο σημαντικές πλευρές της γονεϊκότητας είναι ότι τα παιδιά δεν μαθαίνουν μόνο από αυτά που τους διδάσκουμε συνειδητά. Μαθαίνουν παρακολουθώντας πώς ζούμε εμείς όσα τους ζητάμε. Θα τους πούμε πολλές φορές να παραδέχονται τα λάθη τους, να σέβονται τους άλλους, να ζητούν συγγνώμη όταν πληγώνουν κάποιον και να προσπαθούν να διορθώνουν ό,τι μπορούν. Κάποιες από τις πιο δυνατές φορές που θα τους διδάξουμε όλα αυτά θα είναι όταν χρειαστεί να σταθούμε εμείς απέναντί τους και να τα κάνουμε πρώτοι.
Η γονεϊκή αυθεντία δεν χρειάζεται να στηρίζεται στην εικόνα ότι ο γονιός έχει πάντα δίκιο.
Μπορεί να στηρίζεται και στην εμπειρία ότι, όταν κάνει λάθος, είναι αρκετά ασφαλής μέσα στον ρόλο του ώστε να μπορεί να το αναγνωρίσει.
Και ίσως έτσι το παιδί μαθαίνει κάτι ακόμη πιο σημαντικό: ότι μια δύσκολη στιγμή δεν σημαίνει πως μια σχέση χάλασε.
Οι άνθρωποι μπορούν να θυμώσουν, να αστοχήσουν, να πληγώσουν ο ένας τον άλλον – και ύστερα να επιστρέψουν, να μιλήσουν γι’ αυτό και να ξαναβρούν τον δρόμο μεταξύ τους.
Γράφει ο Ψυχολόγος-Οικογενειακός Σύμβουλος Γιάννης Ξηντάρας