«Πολύ ωραία σου πάει αυτό που φοράς.» «Έλα μωρέ, παλιό είναι…» «Τα πήγες εξαιρετικά σήμερα.» «Καλά, έκανα κι ένα σωρό λάθη.» «Είσαι πραγματικά καλός σε αυτό που κάνεις.» «Υπερβάλλεις…»
Είναι εντυπωσιακό πόσο εύκολα μπορούμε να ακυρώσουμε έναν καλό λόγο μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Κάποιος μας προσφέρει ένα κομπλιμέντο κι εμείς, σχεδόν αντανακλαστικά, βρίσκουμε έναν τρόπο να το μικρύνουμε, να το εξηγήσουμε ή να το επιστρέψουμε στον αποστολέα του πριν προλάβει καλά καλά να φτάσει σε εμάς.
Θα περίμενε κανείς ότι η αναγνώριση είναι πάντα ευχάριστη. Και συνήθως είναι. Παρ’ όλα αυτά, για αρκετούς ανθρώπους συνοδεύεται από μια παράξενη αμηχανία. Δεν ξέρουν τι να πουν, χαμηλώνουν το βλέμμα, αλλάζουν γρήγορα θέμα ή αισθάνονται την ανάγκη να αποδείξουν στον άλλον ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως τα παρουσιάζει.
Από πού έρχεται άραγε αυτή η δυσκολία;
Ένα μέρος της απάντησης βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο μάθαμε να στεκόμαστε απέναντι στην αξία μας. Πολλοί μεγαλώσαμε με την ιδέα ότι ο σεμνός άνθρωπος δεν μιλά πολύ για όσα κάνει καλά. Το να αναγνωρίσεις ένα προτέρημά σου μπορεί εύκολα να θεωρηθεί έπαρση, ενώ η υποτίμηση του εαυτού σου συχνά μοιάζει κοινωνικά πιο ασφαλής.
Έτσι, μαθαίνουμε έναν παράξενο κώδικα ευγένειας. Αν κάποιος μας πει ότι κάναμε κάτι καλά, αισθανόμαστε ότι πρέπει να το μετριάσουμε. Αν μας πουν ότι είμαστε όμορφοι, σπεύδουμε να αναφέρουμε κάποια ατέλειά μας. Σαν να κινδυνεύουμε, αν απαντήσουμε απλώς «ευχαριστώ», να θεωρηθεί ότι έχουμε υπερβολικά μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας.

Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο.
Ένα κομπλιμέντο δεν συναντά μόνο αυτό που είμαστε. Συναντά και αυτό που πιστεύουμε ότι είμαστε. Αν μέσα μου έχω διαμορφώσει για χρόνια την πεποίθηση ότι δεν είμαι αρκετά ικανός, ένας άνθρωπος που μου λέει «είσαι πολύ καλός στη δουλειά σου» φέρνει μπροστά μου μια εικόνα που δεν ταιριάζει εύκολα με τη δική μου. Αν έχω συνηθίσει να βλέπω κυρίως όσα δεν μου αρέσουν στην εμφάνισή μου, ένα «είσαι πολύ όμορφη σήμερα» μπορεί να μου προκαλέσει περισσότερη αμηχανία απ’ όση χαρά.
Ο νους μας έχει μια παράξενη προτίμηση προς το γνώριμο, ακόμη κι όταν το γνώριμο δεν είναι ιδιαίτερα ευγενικό μαζί μας. Μια κριτική που επιβεβαιώνει κάτι αρνητικό που ήδη πιστεύουμε για τον εαυτό μας μπορεί, κατά έναν περίεργο τρόπο, να μας φαίνεται περισσότερο «αληθινή» από έναν καλό λόγο που έρχεται να αμφισβητήσει αυτή την εικόνα.
Γι’ αυτό μερικές φορές δεν απορρίπτουμε το κομπλιμέντο επειδή δεν μας ενδιαφέρει. Το απορρίπτουμε επειδή δυσκολευόμαστε να το χωρέσουμε μέσα σε όσα έχουμε μάθει να πιστεύουμε για εμάς.
Σε άλλες περιπτώσεις υπάρχει η καχυποψία. «Γιατί μου το λέει;», «τι θέλει;», «μήπως απλώς προσπαθεί να είναι ευγενικός;». Αν έχουμε ζήσει σε σχέσεις όπου η επιβράβευση ήταν σπάνια, υπό όρους ή χρησιμοποιούνταν για να ακολουθήσει κάποιο αίτημα, μπορεί να έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε ακόμη και έναν απλό καλό λόγο με επιφύλαξη.

Φυσικά, δεν είναι κάθε κομπλιμέντο ειλικρινές και δεν χρειάζεται να πιστεύουμε αυτομάτως οτιδήποτε ακούμε. Έχει ενδιαφέρον όμως να παρατηρήσουμε τι συμβαίνει όταν η δυσπιστία εμφανίζεται σχεδόν κάθε φορά, ακόμη και απέναντι σε ανθρώπους των οποίων τη γνώμη κατά τα άλλα εμπιστευόμαστε.
Υπάρχει επίσης κάτι όμορφο που συχνά ξεχνάμε: όταν κάποιος μας κάνει ένα ειλικρινές κομπλιμέντο, μας λέει κάτι και για τον τρόπο με τον οποίο μας βλέπει.
Μπορεί εμείς να θεωρούμε ασήμαντο κάτι που κάναμε και εκείνος να εντυπωσιάστηκε. Μπορεί να έχουμε συνηθίσει ένα χαρακτηριστικό μας τόσο πολύ, ώστε να μην αντιλαμβανόμαστε πια την αξία του. Οι άλλοι δεν έχουν πάντοτε πιο σωστή εικόνα για εμάς, έχουν όμως μια διαφορετική θέση από την οποία μας κοιτούν. Καμιά φορά βλέπουν κάτι που εμείς, από πολύ κοντά, έχουμε πάψει να παρατηρούμε.
Το να δεχτούμε λοιπόν έναν καλό λόγο δεν σημαίνει ότι πρέπει να τον μετατρέψουμε αμέσως σε αλήθεια για τον εαυτό μας. Μπορούμε απλώς να του επιτρέψουμε να μείνει για λίγο.
Να μην τρέξουμε να τον ακυρώσουμε.
Την επόμενη φορά που κάποιος θα μας πει κάτι όμορφο, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε αυτή την πρώτη παρόρμηση να απαντήσουμε «έλα τώρα…». Και αντί να εξηγήσουμε γιατί ο άλλος κάνει λάθος, να δοκιμάσουμε δύο πολύ απλές λέξεις:
«Σ’ ευχαριστώ.»
Μπορεί στην αρχή να ακούγεται σχεδόν αφύσικο. Σιγά σιγά όμως ίσως ανακαλύψουμε ότι το να δεχόμαστε την αναγνώριση δεν μας κάνει αλαζόνες. Μας επιτρέπει απλώς να μην είμαστε εμείς οι πρώτοι που θα αφαιρέσουμε κάτι καλό από την εικόνα μας κάθε φορά που κάποιος άλλος το προσθέτει.
Άλλωστε, έχουμε μάθει αρκετά καλά να ακούμε όσα χρειάζεται να διορθώσουμε. Ίσως αξίζει να αφήνουμε να φτάνουν μέχρι μέσα μας και μερικά από εκείνα που ήδη είναι καλά.
Γράφει ο Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπευτής Γιάννης Ξηντάρας