Μπορεί μια εξαιρετικά δύσκολη εμπειρία που έζησε ένας γονιός να αφήσει το αποτύπωμά της και στις επόμενες γενιές; Η σύγχρονη επιστήμη εξετάζει ολοένα πιο έντονα αυτό το ερώτημα, μέσα από την επιγενετική, έναν τομέα που μελετά τον τρόπο με τον οποίο το περιβάλλον και οι εμπειρίες μπορούν να επηρεάζουν τη λειτουργία των γονιδίων.
Από ένα σοβαρό τραυματικό γεγονός ή μια περίοδο πολέμου μέχρι την κακοποίηση και τις μεγάλες καταστροφές, οι έντονες εμπειρίες φαίνεται πως μπορούν να αφήσουν βιολογικά ίχνη. Ωστόσο, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι το θέμα είναι ιδιαίτερα σύνθετο και ότι δεν σημαίνει πως ένα τραύμα μεταδίδεται στα παιδιά με έναν απλό ή απόλυτα προκαθορισμένο τρόπο.
Παρόλα αυτά έχουν ανοίξει έντονες συζητήσεις στην επιστημονική κοινότητα που εξηγούν ότι ένα σοβαρό ψυχικό τραύμα μπορεί να ταξιδέψει από γενιά σε γενιά. Τί ισχύει τελικά; Ποια από τα παιδικά τραύματα που έχουμε είναι όντως…δικά μας και ποια από αυτά είναι εξαιτίας των άσχημων εμπειριών που έζησαν οι γονείς μας; Διαβάστε παρακάτω:
Τι ακριβώς είναι η επιγενετική;
Το DNA μας περιλαμβάνει τις γενετικές πληροφορίες που κληρονομούμε, όμως τα γονίδια δεν λειτουργούν πάντοτε με τον ίδιο τρόπο. Το επιγονιδίωμα περιλαμβάνει μηχανισμούς που μπορούν να επηρεάζουν το αν και πόσο ενεργοποιούνται ή απενεργοποιούνται συγκεκριμένα γονίδια.
Αυτοί οι μηχανισμοί μπορούν να επηρεαστούν από πολλούς παράγοντες του περιβάλλοντος, όπως η διατροφή, η έκθεση σε ορισμένες ουσίες, το στρες και άλλες εμπειρίες ζωής. Αυτό ακριβώς είναι που έχει οδηγήσει τους ερευνητές να εξετάζουν αν πολύ έντονα τραυματικά γεγονότα μπορούν να αφήσουν επιγενετικό αποτύπωμα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αν κάποια από αυτά τα χαρακτηριστικά μπορούν να εμφανιστούν και στους απογόνους.
Τι έδειξαν οι έρευνες σε επιζώντες του Ολοκαυτώματος
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν τα ευρήματα της καθηγήτριας Ψυχιατρικής και Νευροεπιστήμης Rachel Yehuda. Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 2015, μελετήθηκαν 32 επιζώντες του Ολοκαυτώματος και τα ενήλικα παιδιά τους. Οι ερευνητές εντόπισαν ένα συγκεκριμένο επιγενετικό χαρακτηριστικό που εμφανιζόταν και στις δύο γενιές.
Για να εξεταστεί αν η συγκεκριμένη παρατήρηση μπορούσε να συνδέεται με το τραυματικό βίωμα και όχι με άλλους παράγοντες, έγινε σύγκριση με Εβραίους που δεν είχαν ζήσει στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος. Στη συγκεκριμένη ομάδα δεν εντοπίστηκαν οι ίδιες αλλαγές.
Μεταγενέστερη, μεγαλύτερη μελέτη το 2020 ενίσχυσε το ενδιαφέρον γύρω από το συγκεκριμένο εύρημα. Οι αλλαγές που παρατηρήθηκαν στους επιζώντες και στους απογόνους τους συσχετίστηκαν με αυξημένη ευαλωτότητα σε διαταραχές που σχετίζονται με το στρες, όπως το PTSD. Παρόμοιες παρατηρήσεις έχουν γίνει και σε έρευνες που αφορούσαν βετεράνους του πολέμου του Βιετνάμ και τα παιδιά τους.
Το πείραμα με τα ποντίκια και η «κληρονομιά» του φόβου
Οι επιστήμονες έχουν χρησιμοποιήσει και ζωικά μοντέλα για να εξετάσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια το ενδεχόμενο διαγενεακής επίδρασης του τραύματος. Σε χαρακτηριστικό πείραμα, ο νευροεπιστήμονας Brian Dias συνέδεσε μια συγκεκριμένη μυρωδιά, που παρέπεμπε σε άνθη κερασιάς, με ένα ήπιο ηλεκτρικό ερέθισμα. Τα ποντίκια σταδιακά έμαθαν να φοβούνται τη συγκεκριμένη μυρωδιά.
Το ενδιαφέρον ήταν ότι η αντίδραση φόβου στη μυρωδιά παρατηρήθηκε και σε επόμενες γενιές πειραματόζωων, παρότι αυτά δεν είχαν εκτεθεί στο ίδιο ηλεκτρικό ερέθισμα. Αντίστοιχα αποτελέσματα παρατηρήθηκαν και σε πειράματα με μυρωδιά αμύγδαλου.
Τα ευρήματα αυτά δεν σημαίνουν ότι ακριβώς ο ίδιος μηχανισμός λειτουργεί και στους ανθρώπους, όμως έχουν ενισχύσει την έρευνα γύρω από την πιθανότητα διαγενεακών επιδράσεων των τραυματικών εμπειριών.
Όταν το τραύμα φαίνεται να αφήνει ίχνη για περισσότερες γενιές
Παρόμοια πειράματα έχουν γίνει και σε σκύλους. Σε ορισμένες μελέτες, κουτάβια που αποχωρίστηκαν πολύ νωρίς από τη μητέρα τους εμφάνισαν αλλαγές στη συμπεριφορά και σε λειτουργίες όπως η μνήμη και η διαχείριση του στρες.
Ενδιαφέρον παρουσίασε το γεγονός ότι ορισμένες από αυτές τις επιδράσεις εμφανίστηκαν και στους απογόνους τους. Κάποιες υποχώρησαν μέσα σε λίγες γενιές, ενώ άλλες διατηρήθηκαν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Και εδώ, ωστόσο, χρειάζεται προσοχή: τα αποτελέσματα από πειράματα σε ζώα δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσια στον άνθρωπο.
Μπορεί το επιγενετικό αποτύπωμα να αλλάξει;
Ίσως το πιο αισιόδοξο στοιχείο της συγκεκριμένης έρευνας είναι ότι οι επιγενετικές αλλαγές δεν φαίνεται απαραίτητα να είναι μόνιμες. Σε πειράματα της καθηγήτριας νευροεπιγενετικής Isabelle Mansuy, ποντίκια που είχαν βιώσει πρώιμο τραύμα παρουσίασαν βελτίωση όταν αργότερα τοποθετήθηκαν σε ένα περιβάλλον γεμάτο ερεθίσματα, παιχνίδια και δραστηριότητες.
Οι αλλαγές δεν αφορούσαν μόνο τη συμπεριφορά τους, αλλά συνδέθηκαν και με διαφοροποιήσεις στο επιγονιδίωμά τους. Ανάλογες παρατηρήσεις έχουν οδηγήσει τους επιστήμονες να εξετάζουν κατά πόσο ένα υποστηρικτικό και πλούσιο περιβάλλον μπορεί να περιορίσει τις συνέπειες ενός πρώιμου τραυματικού βιώματος.
Ο ρόλος της άσκησης
Το επιγονιδίωμα φαίνεται να επηρεάζεται όχι μόνο από αρνητικές εμπειρίες αλλά και από παράγοντες που συνδέονται με έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής. Σε μελέτη με 70 ζευγάρια ανθρώπινων διδύμων, οι συμμετέχοντες που είχαν μεγαλύτερη σωματική δραστηριότητα εμφάνιζαν λιγότερες από ορισμένες επιγενετικές μεταβολές που σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο μεταβολικού συνδρόμου. Το εύρημα αυτό ενισχύει την ιδέα ότι το επιγονιδίωμα δεν είναι κάτι απολύτως στατικό, αλλά μπορεί να επηρεάζεται από το περιβάλλον και τις συνήθειες ζωής.
Δεν σημαίνει ότι «κληρονομούμε» το τραύμα
Παρά τον εντυπωσιακό χαρακτήρα των συγκεκριμένων ευρημάτων, οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι δεν πρέπει να καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως το τραύμα ενός γονιού είναι καταδικασμένο να μεταφερθεί στα παιδιά του.
Ο καθηγητής γενετικής John Greally έχει επισημάνει ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επαρκούν ακόμη για να υποστηριχθεί με απόλυτη βεβαιότητα ότι ένα ψυχικό τραύμα αλλάζει το ανθρώπινο γενετικό υλικό με τρόπο που κληρονομείται στις επόμενες γενιές.
Υπάρχουν, άλλωστε, πολλοί παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν την ψυχική υγεία ενός παιδιού: το οικογενειακό περιβάλλον, η ανατροφή, οι κοινωνικές συνθήκες, οι προσωπικές εμπειρίες και η ίδια η βιολογία του.
Γι’ αυτό και η επιγενετική δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως μια «γενετική καταδίκη». Το γεγονός ότι μια τραυματική εμπειρία μπορεί να αφήσει βιολογικό αποτύπωμα δεν σημαίνει ότι καθορίζει το μέλλον ενός ανθρώπου.
Η πιο σημαντική απάντηση βρίσκεται ίσως στην επόμενη γενιά
Η έρευνα γύρω από την επιγενετική βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη και οι επιστήμονες προσπαθούν να κατανοήσουν καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο οι εμπειρίες μας αλληλεπιδρούν με τη βιολογία μας. Το σημαντικό μήνυμα, πάντως, είναι ότι το τραύμα δεν χρειάζεται να θεωρείται μοίρα.
Ακόμη κι αν ορισμένες εμπειρίες αφήνουν βιολογικά ή ψυχολογικά ίχνη, υπάρχουν ενδείξεις ότι το περιβάλλον, η φροντίδα, η άσκηση, οι σχέσεις και οι νέες εμπειρίες μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνονται αυτές οι συνέπειες.

Photo via: pexels.com (Keenan Constance)
Με άλλα λόγια, η επιστήμη δεν εξετάζει μόνο το πώς ένα τραύμα μπορεί να αφήσει ίχνη από γενιά σε γενιά, αλλά και το αν και πώς μπορούμε να σπάσουμε αυτόν τον κύκλο. Σύμφωνα με τους επιστήμονες από την άλλη αυτά τα 3 χαρακτηριστικά αν τα είχατε σαν παιδιά μπορεί στο μέλλον να αναπτύξετε ψυχοπαθητικές τάσεις.
Σχετικά άρθρα:
- 7 παιδικά τραύματα που έχουν όσοι δεν ζητούν ποτέ βοήθεια στη ζωή τους
- Οι κακές συμπεριφορές των παιδιών πηγάζουν από παιδικά τραύματα – Οι λάθος συμπεριφορές των γονιών
- Ψυχολογικό test: Απάντησε σε αυτές τις ερωτήσεις και δες αν είσαι ενήλικας με παιδικά τραύματα
- Πως οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά με παιδικά τραύματα
- Τα τραύματα που έχουν όσοι αντιμετωπίζουν τα γενέθλιά τους ως συνηθισμένη μέρα
- Πως τα παιδικά βιώματα μας κάνουν κτητικούς στις ενήλικες σχέσεις μας
Εσάς ποια είναι η άποψή σας; Πείτε μας στα σχόλια.
Όλα τα άρθρα για τη ψυχολογία στο daddy-cool.gr
Απαγορεύεται η αναδημοσίευση του άρθρου χωρίς τη γραπτή άδεια από τον εκδότη.