Κάθε γενιά έχει τα προτερήματα και τα μειονεκτήματά της. Φαίνεται λοιπόν πως σύμφωνα με τους ειδικούς η γενιά του ’60 έχει αναπτύξει μία συναισθηματική δεξιότητα, που οι επόμενες γενιές δεν κατάφεραν να αναπτύξουν. Ποια είναι αυτή και πώς προκλήθηκε; Όλες οι πληροφορίες.
Φαίνεται πως υπάρχει μια διαδεδομένη πεποίθηση ότι οι άνθρωποι που μεγάλωσαν τη δεκαετία του 1960 ήταν «πιο σκληροί». Όχι απαραίτητα επειδή το επέλεξαν, αλλά επειδή οι συνθήκες της εποχής το απαιτούσαν. Μη ξεχνάμε ότι έζησαν σε μια περίοδο όπου η συναισθηματική υποστήριξη δεν αποτελούσε κεντρικό στοιχείο της ανατροφής και η έννοια της ψυχικής υγείας παρέμενε σε μεγάλο βαθμό ταμπού, πολλοί ανέπτυξαν αυτό που σήμερα οι ψυχολόγοι ονομάζουν ψυχική ανθεκτικότητα.
Όμως, όπως αναφέρει το siliconcanals, η σύγχρονη ψυχολογία δεν βλέπει αυτή τη γενιά μέσα από ένα ρομαντικό φίλτρο. Αντιθέτως, προσπαθεί να κατανοήσει τι πραγματικά λειτούργησε, τι προκάλεσε προβλήματα και τι μπορούμε να μάθουμε σήμερα από εκείνη την εποχή.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1966, η αναπτυξιακή ψυχολόγος Diana Baumrind δημοσίευσε μια μελέτη που επηρέασε καθοριστικά την κατανόηση της γονεϊκότητας. Έτσι, μέσα από την έρευνά της εντόπισε τρία βασικά στυλ ανατροφής: το αυταρχικό, το επιτρεπτικό και το δημοκρατικό (authoritative), το οποίο συνδυάζει σαφή όρια με συναισθηματική υποστήριξη.
Από την άλλη, το ενδιαφέρον είναι ότι τα παιδιά που μεγάλωναν εκείνη την εποχή δεν γνώριζαν αυτές τις θεωρίες. Απλώς ζούσαν μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο που θεωρούσε φυσιολογική την ανεξαρτησία από μικρή ηλικία. Ενώ η καθημερινότητα περιλάμβανε λιγότερη επίβλεψη, περισσότερη προσωπική ευθύνη και την προσδοκία ότι τα παιδιά θα μάθουν να διαχειρίζονται μόνα τους πολλά από τα προβλήματά τους.
Η αξία του ελεύθερου παιχνιδιού στη ζωή
Σύμφωνα με τον ερευνητή ψυχολόγο Peter Gray, η σταδιακή μείωση του ελεύθερου και μη επιβλεπόμενου παιχνιδιού από τη δεκαετία του 1960 μέχρι σήμερα μπορεί να σχετίζεται με την αύξηση του άγχους και της κατάθλιψης στους νέους. Φαίνεται πως ο Gray υποστηρίζει ότι μέσα από το αυθόρμητο παιχνίδι τα παιδιά μαθαίνουν να παίρνουν αποφάσεις, να επιλύουν συγκρούσεις, να διαχειρίζονται την απογοήτευση και να αναπτύσσουν κοινωνικές δεξιότητες.

Photo via: pexels.com (Daria Obymaha)
Αντιθέτως με σήμερα, όπου οι δραστηριότητες των παιδιών είναι συχνά οργανωμένες και ελεγχόμενες από ενήλικες, τα παιδιά εκείνης της εποχής είχαν περισσότερο χώρο να πειραματιστούν, να αποτύχουν και να προσπαθήσουν ξανά. Έτσι, αυτή η διαδικασία, αν και δεν είχε σχεδιαστεί ως εκπαιδευτική μέθοδος, λειτουργούσε ως μια μορφή άτυπης ψυχολογικής εκπαίδευσης.
Αξίζει να τονιστεί ότι μία από τις βασικές έννοιες που χρησιμοποιεί σήμερα η ψυχολογία για να περιγράψει αυτή την ικανότητα είναι η «ανοχή στη δυσφορία» (distress tolerance). Μιλάμε για την ικανότητα ενός ατόμου να αντέχει δυσάρεστα συναισθήματα χωρίς να καταρρέει ή να χρειάζεται άμεση ανακούφιση.
Έτσι, τα παιδιά της δεκαετίας του 1960 εξασκούνταν καθημερινά σε αυτή τη δεξιότητα χωρίς να το συνειδητοποιούν. Έπρεπε να περιμένουν για πράγματα που ήθελαν, να αντιμετωπίζουν τη βαρεμάρα χωρίς ψηφιακές αποσπάσεις και να διαχειρίζονται μικρές απογοητεύσεις χωρίς άμεση παρέμβαση ενηλίκων.
Δείτε ακόμα Τι λέξεις και φράσεις πρέπει να λέτε σε όποιον παθαίνει κρίση πανικού
Σύμφωνα με σύγχρονες μελέτες, αυτές οι μικρές, καθημερινές δυσκολίες λειτουργούν σαν ένα είδος «ψυχολογικού εμβολίου», βοηθώντας τα άτομα να αναπτύξουν μηχανισμούς αντιμετώπισης για μεγαλύτερες προκλήσεις αργότερα στη ζωή.
Το αίσθημα της προσωπικής ευθύνης
Ένα άλλο σημαντικό εύρημα προέρχεται από την έρευνα της ψυχολόγου Jean Twenge σχετικά με τον «τόπο ελέγχου» (locus of control), δηλαδή το κατά πόσο κάποιος πιστεύει ότι μπορεί να επηρεάσει τη ζωή του. Τα δεδομένα δείχνουν ότι μεταξύ 1960 και 2002 υπήρξε μια σημαντική μετατόπιση προς έναν πιο εξωτερικό τόπο ελέγχου μεταξύ των νέων, κάτι που σημαίνει ότι περισσότεροι άνθρωποι ένιωθαν ότι η ζωή τους καθορίζεται από εξωτερικούς παράγοντες και όχι από τις δικές τους επιλογές.
Η αντίληψη ότι κάποιος έχει προσωπικό έλεγχο στη ζωή του συνδέεται με μεγαλύτερη ψυχική ανθεκτικότητα και χαμηλότερα επίπεδα άγχους. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι παλαιότερες γενιές δεν αντιμετώπιζαν δυσκολίες, αλλά ότι συχνά είχαν αναπτύξει μια βαθύτερη πεποίθηση ότι μπορούσαν να τις διαχειριστούν.
Μπορεί να υπάρχουν πιθανά οφέλη, όμως η ανατροφή εκείνης της εποχής είχε και σημαντικά μειονεκτήματα. Με λίγα λόγια, η συναισθηματική έκφραση συχνά αποθαρρυνόταν, η ψυχική υγεία στιγματιζόταν και πολλοί άνθρωποι μεγάλωσαν χωρίς τα εργαλεία για να αναγνωρίζουν ή να εκφράζουν τα συναισθήματά τους.
Σύμφωνα με τους σύγχρονους ψυχολόγους η συναισθηματική καταστολή δεν αποτελεί υγιή λύση. Η ανθεκτικότητα δεν προκύπτει από την άρνηση των συναισθημάτων αλλά από την ικανότητα διαχείρισής τους.
Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί δεν προτείνουν την επιστροφή στα πρότυπα ανατροφής του παρελθόντος. Αντίθετα, τονίζουν την ανάγκη για ισορροπία μεταξύ συναισθηματικής υποστήριξης και ανάπτυξης αυτονομίας.
Σχετικά άρθρα:
- Ό,τι δίνεις παίρνεις -; Δεν είναι τιμωρία αλλά η πιο ειλικρινής δυναμική μίας σχέσης
- Το άγγιγμα λειτουργεί ως ρυθμιστής στο νευρικό μας σύστημα – Οι θεραπευτικές ιδιότητες της σωματικής επαφής
- Οι δυσκολίες της μακροχρόνιας αγάπης και γιατί οι άνθρωποι δυσκολεύονται να συνυπάρξουν -Ψυχολόγος συμβουλεύει