Όταν μου πρότεινε η Λένα Γατσή να γράψω άρθρο για τα Καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων σκέφτηκα “πάει καλά; Πόσα χρόνια νομίζει ότι πέρασαν από τότε;“. Αλλά μετά θυμήθηκα ότι σε ένα χρόνο γίνομαι 30 και σκέφτηκα ότι ίσως τώρα όντως, να είναι η κατάλληλη στιγμή να μοιραστώ μαζί σας πώς έζησα εγώ τα Καλοκαίρια μου, όταν ήμουν παιδί. Χωρίς οθόνες, χωρίς likes, αλλά με πολλά όνειρα, ανεμελιά και αθωότητα.
Το Καλοκαίρι είναι η εποχή της ανεμελιάς, αλλά αυτό το συναίσθημα μας έμεινε από τη παιδική μας ηλικία και όχι από τον τρόπο που ζούμε αυτή την εποχή σαν ενήλικες. Δεκαπέντε μέρες τον χρόνο άδεια δεν το λες και ανεμελιά, όμως σίγουρα σαν παιδιά ζούσαμε σε λιγότερο άγχος, με λιγότερες οθόνες και με περισσότερη φαντασία και δημιουργικότητα. Διότι όταν τα παιχνίδια δεν είναι αμέτρητα και δεν έχεις το διαδίκτυο να σε κρατάει απασχολημένο 24 ώρες το 24ωρο, βρίσκεις τρόπους να περάσεις καλά.
Σε αυτό το άρθρο λοιπόν θα σας διηγηθώ πως περνούσα εγώ καλά τα Καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων. Και είμαι σίγουρη ότι όσοι βρίσκεστε κοντά στην ηλικία μου θα ταυτιστείτε και μη φοβηθείτε να μοιραστείτε το άρθρο με όσους ξέρετε! Ας κάνουμε μία βουτιά στις αναμνήσεις μας. Διαβάστε παρακάτω:
Τα Καλοκαίρια των παιδικών μας χρόνων τα ’90s και 00s χωρίς οθόνες
Το μπουγέλο στο τέλος του σχολείου
Ξεκινάω με το πατροπαράδοτο μπουγέλο που διοργανώναμε κάθε τέλος της σχολικής χρονιάς όλα τα παιδιά του σχολείου και δεν νοιαζόμασταν ούτε λίγο, που ξέραμε ότι γυρίζοντας στο σπίτι θα ακούγαμε το γνωστό κήρυγμα από τη μητέρα μας “θα κρυώσεις, πόσες ώρες κυκλοφορείς με βρεγμένα ρούχα πάνω σου, δε πας καλά παιδάκι μου“.
Μετά το τελευταίο κουδούνι λοιπόν, προτού καλά καλά φύγουμε από το σχολείο, ξεκινούσαμε να μπουγελώνουμε ο ένας τον άλλον, για αρχή με όσο νερό είχαμε στα μπουκάλια μας. Μετά ξαναγεμίζαμε τα μπουκάλια από τα λάστιχα και τις βρύσες της γειτονιάς και από εκεί που απλά πιτσιλιόμασταν καταλήγαμε να γινόμαστε πραγματικά μούσκεμα.
Για να μη σας τα πολυλογώ, καταλήγαμε να κυνηγάμε ο ένας τον άλλον και να ρίχνουμε όσο περισσότερο νερό μπορούσαμε. Φτάναμε σε σημείο να ανοίγουμε το λάστιχο που βρίσκαμε σε ξένες αυλές και ήταν κάπως εκτεθειμένο και να συνεχίζουμε να βρεχόμαστε λες και κάναμε βουτιά σε πισίνα. Φυσικά η γειτονιά μας ήξερε οπότε έκανε μία υπομονή ή γελούσαν με τα χάλια μας! Όμως εμείς το ευχαριστιόμασταν με τη ψυχή μας.
Το μπάνιο στα σιντριβάνια
Δεν ξέρω αν το έκαναν όλα τα παιδιά της γενιάς μου αυτό, αλλά σίγουρα το έκαναν όσοι μεγάλωσαν στη γειτονιά μου. Στις Εργατικές Κατοικίες του Αγίου Κωνσταντίνου στη Χαλκίδα, παλιότερα υπήρχε ένα μεγάλο πάρκο γεμάτο με σιντριβάνια. Πλέον τα γκρεμίσανε. Όταν καλοκαίριαζε λοιπόν, μετά το καθιερωμένο μπουγέλο στο τέλος της σχολικής χρονιάς πολλά παιδιά κατέληγαν να κολυμπούν μέσα στα σιντριβάνια και φυσικά κι εγώ.
Τώρα που πέρασαν τα χρόνια σκέφτομαι ότι κυριολεκτικά ζούμε από θαύμα, διότι αν σκεφτείς ότι πέρα από το ότι ανήκουμε κι εμείς στη γενιά των παιδιών που έπιναν νερό από το λάστιχο, το να κολυμπάς σε σιντριβάνι δεν είναι και ό,τι πιο υγιεινό. Αλλά δε βαριέσαι; Λογικά χτίσαμε αντισώματα.
Το μέτρημα στα μπάνια και στα παγωτά

Ένας από τους αγαπημένους μας διαγωνισμούς σαν παιδιά ήταν το ποιος έφαγε τα περισσότερα παγωτά και ποιος έκανε τα περισσότερα μπάνια στη θάλασσα. Με το που έμπαινε ο Μάης στη Χαλκίδα, πολλά παιδιά ξεκινούσαν να τρώνε παγωτά και να διαφημίζουν τον αριθμό τους. Θυμάμαι ότι εγώ πάντα ξεκινούσα από τις τελευταίες, αφού η μητέρα μου φοβόταν μη κρυώσω, μέχρι τουλάχιστον να μπει ο Ιούνιος.
Παιδικά τραύματα… Ποτέ δεν έβγαινα πρώτη ούτε στα μπάνια ούτε στα παγωτά. Από τη μία δεν μου τα αγόραζαν για να μη κρυώσει ο λαιμός μου και από την άλλη ο πατέρας μου δούλευε όλη μέρα και η μητέρα μου δεν οδηγούσε, οπότε για μπάνιο στη θάλασσα ξεκινούσα να πηγαίνω από τα μέσα του Ιούνη κι ΑΝ. Παρόλα αυτά, μέχρι σήμερα θυμάμαι τον άτυπο ανταγωνισμό που είχα με τις κολλητές και τους συμμαθητές μου και γελάω.
Τα τραγούδια που δεν στέλναμε με υπέρυθρες αν δεν ήσουν κολλητός
Καταρχάς τον πρώτο καιρό που αγοράσαμε κινητό, δεν είχαμε βρει τον τρόπο να μετατρέπουμε τα τραγούδια σε MP3. Αφήστε που πολλές συσκευές τότε δεν είχαν καν διαθέσιμη τη λειτουργία να ακούσεις μουσική.
Όμως εγώ όταν πήρα το πρώτο μου Sony Ericsson (το μαύρο με τις πορτοκαλί λεπτομέρειες) που ήταν το πρώτο κινητό με διαθέσιμο MP3 και υπέρυθρες, τον πρώτο καιρό επειδή δεν ήξερα πώς να κατεβάζω μουσική, τόσο εγώ όσο και οι φίλες μου, περιμέναμε να παίξει το αγαπημένο μας τραγούδι στο ραδιόφωνο και το ηχογραφούσαμε.

Φυσικά και έπρεπε να κάνουμε πλήρη ησυχία ώστε να ακουστεί καθαρά. Όταν όμως ξεκίνησαν να κυκλοφορούν τα πρώτα τραγούδια από κινητό σε κινητό, σε καλή ποιότητα, ξεκίνησαν και οι άτυπες κόντρες μεταξύ των παιδιών. Ζητούσες να σου στείλει ένα τραγούδι που έψαχνες καιρό ένα γειτονάκι; Εκείνο αν είχε ξυπνήσει καλά θα στο έστελνε.
Αν όχι σου έλεγε ατάκες του τύπου “μου το έχει στείλει ο κολλητός και έχουμε υποσχεθεί να μην το στείλουμε σε κανένα“. Δεν ξέρω γιατί εκείνα τα χρόνια πιστεύαμε ότι τα τραγούδια ήταν η κληρονομιά μας. Ξέρω ότι γύρω στα 12 που ανακάλυψα το Lime Wire και το καλώδιο usb ήμουν το πιο ευτυχισμένο παιδάκι του κόσμου. Μπορεί μαζί με το τραγούδι να κατέβαζα και 10 ιούς, αλλά τουλάχιστον δεν είχα ανάγκη κανέναν!
Κάναμε συλλογή από εικόνες με ποιήματα στα κινητά
Εκτός από τη μουσική, τα Καλοκαίρια που είχαμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο, κάναμε συλλογή από ρομαντικές φωτογραφίες στα κινητά. Φωτογραφίες που τώρα είναι boomer, τότε δεν έλειπαν από κανένα κινητό. Ποιήματα, στίχοι από τραγούδια του τύπου “για παλιές αγάπες μη μιλάς στα πιο μεγάλα θέλω κάνουν πίσω”, φωτογραφίες με τριαντάφυλλα και γκλίτερ, σοφίες της εποχής για τον έρωτα και τις σχέσεις.

Μπορεί να πηγαίναμε Δημοτικό και να μην είχαμε ιδέα ότι μερικά από αυτά ήταν στίχοι από πασίγνωστα τραγούδια και φυσικά δεν γνωρίζαμε καν τί εστί αγάπη και έρωτας, όμως θυμάμαι ταυτιζόμουν πολύ όταν νόμιζα πως ήμουν βαθιά ερωτευμένη με τον Μιχαλάκη από τη γειτονιά. Φυσικά και σε αυτή τη περίπτωση, όποιος είχε τις περισσότερες ήταν κάτι σα νικητής και φυσικά αυτές τις εικόνες δεν τις μοιραζόμασταν με όποιον κι όποιον.
Όταν μαζεύαμε αυτοκόλλητα Rebelde Way και Floricienta και εθιζόμασταν με τις αγαπημένες μας σειρές
Δύο ήταν οι σειρές που έκαναν πάταγο στα τελευταία χρόνια του Δημοτικού και προβάλλονταν κάθε μεσημέρι στην ΕΡΤ. Φυσικά εγώ τον Χειμώνα τις έχανα αφού τα επεισόδια ξεκινούσαν το ένα πίσω από το άλλο, λίγο πριν τελειώσει το ολοήμερο, αλλά το Καλοκαίρι μπορούσα να τις βλέπω ανενόχλητη. Η μία ήταν οι Ανυπότακτες Καρδιές (Rebelde Way) και η άλλη η Floricienta.

Εγώ είχα μία αδυναμία στις Ανυπότακτες Καρδιές αλλά έβλεπα αναγκαστικά και το Floricienta γιατί η ΕΡΤ πρόβαλλε πρώτα τη δεύτερη σειρά και στο καπάκι ξεκινούσε και το Rebelde. Δεν ήθελα να χάσω ούτε λεπτό οπότε δεν το ρίσκαρα. Η μία σειρά έδειχνε τις ζωές εφήβων σε κολέγιο και βασικοί πρωταγωνιστές ήταν η Μία, ο Εμανουέλ, ο Πάμπλο και η Μαρίζα. Πέρα από έφηβοι, cool κλπ, ήταν και τραγουδιστές σε συγκρότημα.
Έτσι εκείνη την εποχή τα τραγούδια τους είχαν κάνει πάταγο. Μάλιστα υπήρξαν συγκρότημα κι εκτός σειράς αφού είχαν τρομερή επιτυχία για κάποια χρόνια και έκαναν περιοδείες και στο εξωτερικό. Δεν κατάφερα να τους δω ποτέ από κοντά αλλά στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς, υπήρχαν μπλοκ όπου συγκέντρωνες αυτοκόλλητα από τη σειρά.

Αν συμπλήρωνες όλο το τετράδιο, κέρδιζες ένα cd από το συγκρότημα. Το τί χαρά πήρα όταν το κέρδισα δεν περιγράφεται. Μέχρι και σήμερα ακούω τη μουσική τους στο Spotify και κουνιέμαι μόνη μου. Επίσης αν θυμάστε, το περιοδικό Κατερίνα τότε έδινε δώρο DVD με διπλό επεισόδιο Rebelde Way κι ένα επεισόδιο Floricienta. Ακόμη τα έχω αυτά τα DVD.
Τα Καλοκαίρια λοιπόν λόγω περισσότερου ελεύθερου χρόνου κανονίζαμε με τα παιδιά της γειτονιάς και κάναμε χορευτικά με τα τραγούδια τους. Μάλιστα κάναμε διαγωνισμούς μεταξύ μας και συνήθως χωριζόμασταν σε τάξεις, για παράδειγμα η Πέμπτη Δημοτικού με την Έκτη Δημοτικού. Ακόμη και αγοράκια που δύο χρόνια αργότερα το έπαιζαν πολύ σκληροί για να πεθάνουν, θυμάμαι να λικνίζονται στους ρυθμούς του Bonita de Mas!

Τα συγκινητικά βίντεο που κατέληγαν όλα σε…θάνατο
Την ίδια εποχή ξεκίνησαν να γίνονται μόδα στο νεοσύστατο τότε Youtube κάτι βίντεο που τα έφτιαχναν παιδιά Γυμνασίου (εικάζω), στο κινητό τους. Τα βίντεο πήγαιναν κάπως έτσι “ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, πάνω σε μία μηχανή. Το αγόρι έδωσε το κράνος στο κορίτσι και ξεκίνησε να τρέχει με μανία. Το αγόρι πέθανε, το κορίτσι δεν σταμάτησε να τον αγαπάει ποτέ”.
Δεν ήταν ακριβώς έτσι το story αλλά δεν υπήρχε και κανένα story εδώ που τα λέμε. Δεν υπήρχε ας πούμε καμία εξήγηση που το αγόρι στα καλά του καθουμένου απέκτησε αυτοκτ@νικές τάσεις. Ήταν μία τρομερή επίκληση στο συναίσθημα που ψάρωνε τόσο εμάς στο Δημοτικό όσο και τα παιδιά του Γυμνασίου, τα οποία άκουγαν Evanescence και Tokio Hotel, ονειρευόντουσαν να ζήσουν έναν έρωτα κατευθείαν βγαλμένο από σαπουνόπερα και ψάρωναν με οτιδήποτε περιλάμβανε μεγάλο έρωτα, θάνατο, τροχαίο.
Αυτά τα βίντεο μπορεί να υπήρχαν στο Youtube, αλλά επειδή εμείς πρόσβαση στο Youtube ως επί το πλείστον δεν είχαμε, τα μοιράζαμε από κινητό σε κινητό με υπέρυθρες. Γενικά νομίζω ότι τότε ήμασταν λίγο πιο ρομαντικά ή πιο drama queens από ότι τα σημερινά παιδιά που απλά παίζουν Roblox και Minecraft.
Λέγαμε “πάμε να παίξουμε” μέχρι τη Α’ Γυμνασίου
Κι ενώ τα παιδιά του Δημοτικού σήμερα μιλάνε πιο cool από ότι εγώ που κοντεύω τα 30, εμείς κανονίζαμε να βγούμε λέγοντας “πάμε να παίξουμε” μέχρι και που ξεκινήσαμε το Γυμνάσιο. Εγώ είχα υπολογιστή, οι φίλες μου όμως όχι, οπότε πώς να εθιστείς σε αυτό το μαραφέτι; Ήθελες δεν ήθελες, έβγαινες γιατί όλη η παρέα ήταν έξω! Και η πλάκα είναι ότι όντως παίζαμε! Όχι μόνο δε βιαζόμασταν να μεγαλώσουμε, αλλά νομίζω ότι αργήσαμε και λίγο να το κάνουμε…
Η πρώτη μας επιχείρηση με τις λεμονάδες
Κι αφού μίλησα για παιχνίδι, πέρα από το μπουγέλο και το ποδόσφαιρο στην αλάνα της γειτονιάς, τα Καλοκαίρια κάναμε κι αυτό. Επειδή στη γειτονιά είχε ξεκινήσει τότε να φτιάχνεται η πλατεία, μαζεύαμε στα κρυφά μπάζα και ξύλα που άφηναν οι εργάτες και φτιάχναμε πάγκο για να πουλάμε λεμονάδες. Φυσικά κανείς μεγάλος δεν αγόραζε και πολλές φορές δεν είχαμε καν εμπόρευμα. Η χαρά ήταν στο ότι το φτιάχναμε, όχι στο ότι θα το χρησιμοποιούσαμε απαραίτητα.
Οι κρυφές μας τσάρκες στα απαγορευμένα μέρη
Στην Έκτη Δημοτικού που ξεκίνησα να ξεψαρώνω άρχισα με τις κολλητές να πηγαίνω σε μέρη που η μαμά και ο μπαμπάς φοβόντουσαν να με αφήσουν να πάω. Κάτι δήθεν στοιχειωμένα σπίτια, κάτι δασάκια στη γειτονιά, κάτω από τη γέφυρα για μπάνιο ή περπάτημα.
Φυσικά και γύριζα σπίτι πριν νυχτώσει, αλλά μέχρι και σήμερα θυμάμαι που μία φορά ενώ περπατούσα ανέμελα με τη κολλητή στα Καρνάγια της Χαλκίδας, βλέπω το φορτηγό του πατέρα μου παρκαρισμένο λίγο πιο κάτω αφού είχε αναλάβει δουλειά στην οικοδομή της γειτονιάς. Για πότε βρέθηκα εκεί που έπρεπε να βρίσκομαι εξαρχής ούτε που το κατάλαβα.
Το “μην ακούσω κιχ” που στοίχειωσε τα μεσημέρια του Καλοκαιριού
Από μικρή δεν αγαπούσα τον μεσημεριανό ύπνο και μέχρι και σήμερα θα πρέπει να είμαι πτώμα από τη κούραση για να κοιμηθώ μεσημέρι. Προτιμώ να κοιμηθώ από τις 9 το βράδυ. Η μητέρα μου από την άλλη τον λάτρευε τον μεσημεριανό ύπνο. Πάντα θα ξάπλωνε έστω και για μισή ώρα. Αυτή τη μισή ώρα λοιπόν είτε ήμασταν διακοπές είτε στο σπίτι ήθελε να επικρατεί πλήρης ησυχία.
Με έβαζε στο κρεβάτι και δεν επιτρεπόταν να σηκωθώ ούτε για τουαλέτα. Κι αν ήταν τόσο μεγάλη ανάγκη πια, θα έπρεπε να είμαι τόσο ήσυχη, ώστε να μη βλεφαρίσει ούτε το μάτι της! “Μην ακούσω κιχ” μου έλεγε κάθε μεσημέρι γύρω στις 2 και δεν υπήρχε πιο τρομαχτική απειλή για μένα. Ποτέ μου δεν την ενόχλησα όσα χρόνια θυμάμαι τον εαυτό μου σαν παιδί.
Κι όταν πηγαίναμε διακοπές στη Βλαχιά, στη Βόρεια Εύβοια και έβλεπα τη ξαδέρφη μου να κάνει φασαρία γιατί μεγάλωνε σε σπίτι που οι γονείς της κοιμόντουσαν ακόμη κι αν έπεφταν χειροβομβίδες δίπλα τους, εμένα με έπιανε κόμπος στο στομάχι και της έκανα αυτομάτως “σσσσ” για παν ενδεχόμενο!
Τί μουσική ακούγαμε
Τα μουσικά μας ακούσματα τότε ήταν συγκεκριμένα. Ζουζούνια και Candy Girls στα πρώτα χρόνια του Δημοτικού. Ήταν κάποια συγκροτήματα (το πρώτο με παιδιά νηπίου και πρωτάκια) και το δεύτερο με κορίτσια το πολύ στη προεφηβεία που φυσικά λατρεύαμε όλα τα πιτσιρίκια. Μέχρι και σήμερα τα Ζουζούνια κάνουν πάταγο, αλλά θυμάμαι εγώ είχα έρωτα με τις Candy Girls που έκαναν διασκευές pop τραγούδια του ’60 και του 70. Είχα όλα τα cd τους.
Από εκεί και πέρα, περίπου στη Πέμπτη Δημοτικού ξεκίνησα να μεγαλώνω. Evanescence και Tokio Hotel, επειδή είχα ένα φίλο λίγο μεγαλύτερο από μένα στο φροντιστήριο που ήταν emo τότε, Ημισκούμπρια, Going Through, Αρτέμης/Ευθύμης, Active Member γιατί είχα μεγαλύτερο αδερφό από μένα κι έμπαινα στο αμάξι του κι άκουγα τα cd του, System of a Down, Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, Βασίλη Παπακωνσταντίνου, γιατί είχα ξαδέρφη κουλτουριάρα.

Ακόμη θυμάμαι πως χορεύαμε στην αυλή με τις φίλες μου “είσαι απ’ τη Brazil είμαι απ’ τα Ημίζ” και πώς πωρωνόμασταν με το “Άκου μάνα για όλους έχει ο Θεός”. Οι γονείς μας κοιτούσαν επικριτικά, αλλά πού να ήξεραν ότι τα εγγόνια τους θα άκουγαν trap. Που εμένα μ’ αρέσει η trap, αλλά για παιδιά δεν είναι!
Τί παγωτά τρώγαμε
Δύο ήταν οι σταθερές αξίες στα παγωτά, η πατούσα και η μπανάνα. Η πατούσα είχε γεύση φράουλα με επικάλυψη σοκολάτας στις άκρες και η μπανάνα είχε γεύση…μπανάνα, είχε σχήμα μπανάνας και είχε κι αυτό επικάλυψη στις άκρες. Κόστιζαν 50 λεπτά σε όλα τα περίπτερα και φυσικά το αγαπημένο μου ήταν η πατούσα. Μπορεί να απεχθάνομαι τις πατούσες στη πραγματικότητα (είμαι από αυτές) αλλά όταν έχουν γεύση φράουλα τις ανέχομαι!

Κι ένα παγωτό που μου άρεσε πολύ αλλά ήταν λίγο πιο ακριβό και δεν έφτανε σχεδόν ποτέ το χαρτζιλίκι, ήταν ένα ξυλάκι με σοκολάτα και ξηρούς καρπούς απέξω. Από μέσα ήταν λευκό και είχε μία γραμμή γρανίτας. Μέχρι και σήμερα όποτε το βρω το τσακίζω!
Αυτό που απεχθανόμουν όμως ήταν το καϊμάκι βύσσινο. Μη με βρίσετε ρε παιδιά, αλλά ήταν το κλασικό παγωτό που σου έδινε η γιαγιά γιατί πίστευε ότι θα σ’ άρεσε κι εσύ το έτρωγες γιατί ήταν παγωτό, αλλά ευχόσουν από μέσα σου να ήταν πατούσα η μπανάνα!

Αναμνήσεις από το χωριό και το κάμπινγκ
Τα Καλοκαίρια τα περνούσαμε τόσο στο κάμπινγκ στη Βλαχιά, όσο και στο χωριό. Δεν είχαμε πολυτελή ξενοδοχεία, δεν είχαμε τηλεόραση, πισίνα, οι γονείς μας δεν έτρεχαν από πίσω με το αντηλιακό στο χέρι και σίγουρα δεν είχαν πρόβλημα με το αν λερωθούμε. Δεν τους ένοιαζε αν μας τσιμπήσει τσούχτρα, μας έβριζαν και από πάνω όταν φοβόμασταν τις σφήκες και δεν τους ένοιαζε ούτε λίγο αν ήμασταν περιποιημένα ή όχι.
Δείτε ακόμα Είχα ανάγκη έναν μπαμπά κι όχι έναν μπαμπούλα
Μας αμολούσαν στα πλατάνια και παίζαμε με τις ώρες. Εκεί έμαθα να έρχομαι σε επαφή με τη φύση, να μαζεύω τα σκουπίδια μου από τη παραλία και να μην ανάβω ποτέ φωτιά μέσα στο δάσος για να ψήσω! Μπορεί να ήταν ελεύθερο κάμπινγκ αλλά όλοι οι κατασκηνωτές, επειδή ερχόντουσαν χρόνια, είχαν γίνει μία παρέα.

Με το που πατούσαμε το πόδι μας ερχόντουσαν περίπου 30 άτομα να μας δουν και να πουν τα νέα τους. Εγώ καθόμουν με τις ώρες με τη παρέα των μεγάλων και τους άκουγα να συζητάνε για άκρως ενδιαφέροντα πράγματα όπως τί φόρεσε η δίπλα, αν χώρισε για ακόμη μία φορά η ζωντοχήρα του κάμπινγκ κλπ και φυσικά σνόμπαρα να παίξω με ξαδέρφια και φίλους!
Αλλά αυτό που θυμάμαι πιο έντονα από τις διακοπές μου, ήταν το πως περίμενα να περάσει η ώρα να με πάνε για μπάνιο. Το πρωί έκαναν 3 ώρες μέχρι να πιούν καφέ και να φάνε πρωινό. Ξεκινούσα τα “πότε να βάλω μαγιό;” από τις 9 το πρωί και πάντα τα αδέρφια μου βαριόντουσαν να τρέχουν και να με παίρνουν μαζί τους! Τα απογεύματα πάλι το ίδιο!
Άντε να περιμένεις να σηκωθούν από τον ύπνο τους, άντε να περιμένεις να το πάρουν απόφαση να ντυθούν και φυσικά το μπάνιο κρατούσε τον μισό χρόνο γιατί εμάς οι γονείς μας, δεν μας άφηναν να κάνουμε μπάνιο όταν ο ήλιος κρυβόταν πίσω από τον βράχο. Σήμερα είναι η ιδανική ώρα, τότε αυτό σήμαινε ότι θα αρρωσταίναμε! Κι επειδή ήμουν τέτοια ζαβολιάρα, το πρωινό και το απογευματινό μπάνιο τα μετρούσα ως διπλά, οπότε στο διαγωνισμό που σας έλεγα πιο πάνω, κάπως τον Αύγουστο κατάφερνα να ισοφαρίσω.
Βλέπαμε με τις ώρες Μπομπ Σφουγγαράκη, Γατόσκυλο, Τέρατα, Shrek, Ice Age

Φυσικά εκείνη την εποχή ο Μπομπ Σφουγγαράκης, το Γατόσκυλο, τα Τέρατα, ο Shrek, το Ice Age και οι ταινίες της Barbie ήταν δεδομένο ότι θα έκαναν όλα τα πιτσιρίκια της γενιάς μου να ξετρελαθούν. Ειδικά ο Μπομπ Σφουγγαράκης ήταν ο αγαπημένος μου.

Αληθινή ιδιωτικότητα (likes social media)
Για το τέλος άφησα περισσότερο την αίσθηση παρά μία ανάμνηση. Εκείνα τα χρόνια κάναμε διακοπές και οι μεγάλοι δεν ενδιαφέρονταν να διαφημίσουν τη χαρά τους στα social media. Μας τραβούσαν φωτογραφίες με το μαγιό στη παραλία ή ξαπλωμένοι στην αιώρα, αλλά δεν τους ένοιαζε και να τις μοιραστούν. Απλά ήθελαν να τις έχουν.
Εμάς από την άλλη δεν μας ένοιαζε ούτε λίγο πως φαινόμαστε σε αυτές τις φωτογραφίες. Βλέπεις τώρα τα μικρά και ποζάρουν πιο καλά από μένα στη κάμερα. Εγώ έχω μία χαρακτηριστική φωτογραφία που φαίνεται το βρακί μου! Κυκλοφορούσαμε ξεμαλλιασμένα, με το ζόρι μας έκαναν μπάνιο μετά τη παραλία αφού…ελεύθερο κάμπινγκ κάναμε και δεν μας ένοιαζε.

Οι γονείς μας δεν είχαν πρόβλημα να μείνουμε και λίγο με το αλάτι, καθόντουσαν όλοι μαζί και συζητούσαν, δεν ήταν με ένα κινητό στο χέρι να παραπονιούνται που δεν πιάνουν 4G. Κι εμείς όταν βαριόμασταν σηκωνόμασταν λίγο πιο πέρα και παίζαμε. Γεμίζαμε βότσαλα μπουκάλια, φτιάχναμε ψεύτικες καντίνες, στήναμε θεατρικές παραστάσεις, συζητούσαμε με συνομήλικους και λέγαμε τρομαχτικές ιστορίες στη σκηνή.
Δεν ζητούσαμε το κινητό από τη μαμά και τον μπαμπά. Και τότε είχαν ωραία παιχνίδια στα κινητά τους. Τουλάχιστον ο πατέρας μου είχε ένα με εξωγήινους που πραγματικά τον Χειμώνα το είχα λιώσει. Αλλά το Καλοκαίρι δεν μας ένοιαζε καν.
Δεν θέλαμε να ακούσουμε μουσική από το κινητό, δε θέλαμε να παίξουμε παιχνίδι στο κινητό. Θέλαμε να βάλουμε μουσική στο αυτοκίνητο του μπαμπά, να χορεύουμε σαν τα χαζά και το θεωρούσαμε το πιο βαρετό πράγμα να παίξουμε με μία συσκευή που θα μπορούσαμε να την έχουμε όλο τον Χειμώνα. Πηγαίναμε διακοπές και όντως ηρεμούσαμε.
Όχι μόνο εμείς, που ήμασταν παιδιά και πόσο άγχος να είχαμε, αλλά πάνω από όλα οι μεγάλοι. Πλέον πηγαίνεις διακοπές και νιώθεις ότι γυρίζεις πιο κουρασμένος. Σε νοιάζει τόσο να δείξεις στους τρίτους και στου τέταρτους ότι περνάς καλά, που ξεχνάς να περάσεις όντως…καλά.
Όταν δεν ξεκόβεις ούτε λίγο από τη γρήγορη πληροφορία της τεχνολογίας, δεν έρχεσαι σε επαφή με την ηρεμία της φύσης, με τη χαλάρωση της ησυχίας και όχι των συνεχών ειδοποιήσεων, όταν δεν σε νοιάζει και ιδιαίτερα να μιλήσεις με τη παρέα σου ή τον άντρα σου στις διακοπές, όταν δεν σε νοιάζει να φας καλά, αλλά να είναι αρκετά όμορφο αυτό που θα φας για να το ανεβάσεις story, πώς ξεκουράζεσαι;
Δεν ξέρω, ίσως να φταίνε τα παιδικά χρόνια που πέρασα, ίσως να φταίει και το γεγονός ότι η δουλειά που κάνω είναι μέσα στο διαδίκτυο. Όμως κάθε Καλοκαίρι όταν βγαίνω σε άδεια, κλείνω laptop και κινητό, τουλάχιστον όταν είμαι στις διακοπές.

Δε με νοιάζει ακόμη κι αν καταστραφεί ο κόσμος στα social. Μόνο έτσι νιώθω ότι πραγματικά αποσυμφορίζομαι! Αυτό που μου έχει μείνει περισσότερα από όλα στο τέλος κάθε σχολικής χρόνιας πάντως, ήταν οι γυμναστικές επιδείξεις που κάναμε με τον γυμναστή μας. Δείτε εδώ πότε καταργήθηκαν και γιατί.
All photos via: reddit.com
Photo cover via: herviewfromhome.com
Σχετικά άρθρα:
- Σχολικές τσάντες PAXOS και Ημισκούμπρια στα walkman – Οι back to school αναμνήσεις των παιδιών από τα 90’s
- Δεκαετίες 80΄και 90′: 25 Φωτογραφίες με αναμνήσεις
- Γιατί μερικές μυρωδιές μπορούν να φέρουν πίσω νοσταλγικές αναμνήσεις
- Η γενιά που έζησε την δεκαετία του ’80 δεν είχε κινητά και ίντερνετ, αλλά ζούσε πιο έντονα την κάθε στιγμή
- Από θαύμα ζούμε: Δείτε 26 φωτογραφίες από γονείς την δεκαετία του 80 και του 90