The Silent Twins: Τα σιωπηλά δίδυμα αδέλφια που μιλούσαν μια μυστηριώδη γλώσσα μεταξύ τους και η συγκατοίκηση με τον Αντεροβγάλτη

The Silent Twins: Τα σιωπηλά δίδυμα αδέλφια που μιλούσαν μια μυστηριώδη γλώσσα μεταξύ τους και η συγκατοίκηση με τον Αντεροβγάλτη

Προσθήκη του daddy-cool.gr ως προτεινόμενη πηγή στην Google
Τα σιωπηλά δίδυμα που έγιναν γνωστά και ως The Silent Twins, μιλούσαν μία μυστηριώδη γλώσσα μεταξύ τους. Η συγκατοίκηση με τον Αντεροβγάλτη και ο τραγικός θάνατος.

Κάποιες αληθινές ιστορίες που έχουν συμβεί ξεπερνούν ακόμη και τα πιο ευφάνταστα θρίλερ. Τη δεκαετία του ’70 και του ’80, η παγκόσμια κοινή γνώμη, παρακολουθούσε παγωμένη την υπόθεση της Τζουν και της Τζένιφερ Γκίμπονς γνωστά και ως the silent twins. Τα δύο δίδυμα κορίτσια, στα ξαφνικά σταμάτησαν να μιλάνε σε οποιαδήποτε άλλον άνθρωπο και ανέπτυξαν μεταξύ τους μία δική τους μία δική τους μυστική γλώσσα που κανείς ποτέ δε κατάφερε να αποκωδικοποιήσει.

Η παραβατική τους συμπεριφορά τις οδήγησε σε εγκλεισμό, στο διαβόητο ψυχιατρείο υψίστης ασφαλείας Broadmoor. Κι εκεί τα δύο έφηβα κορίτσια βρέθηκαν να συγκατοικούν με τους πιο σκληρούς εγκληματίες της Βρετανίας, ανάμεσά τους και ο τρομαχτικός Αντεροβγάλτης Yorkshire. Αυτή είναι αληθινή ιστορία. Διαβάστε παρακάτω:

Η ιστορία των The Silent Twins

Πότε γεννήθηκαν;

Η Τζουν Άλισον και η Τζένιφερ Λόρεν Γκίμπονς ήταν δύο από τα πέντε παιδιά της Γκλόρια και του Όμπρεϊ Γκίμπονς, οι οποίοι μετανάστευσαν από τα Μπαρμπέιντος στη Μεγάλη Βρετανία στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Οι δίδυμες γεννήθηκαν στις 11 Απριλίου 1963, με διαφορά μόλις δέκα λεπτών, σε στρατιωτικό νοσοκομείο στο Άντεν της Υεμένης, όπου ο πατέρας τους υπηρετούσε ως τεχνικός στη Βασιλική Πολεμική Αεροπορία (RAF).

Τα δύο κορίτσια, που ξεχώριζαν για την ομορφιά και τη γοητεία τους, παρουσίαζαν δυσκολίες στην ομιλία, γεγονός που καθυστέρησε σημαντικά την ανάπτυξη του λόγου τους. Ο πατέρας τους, Όμπρεϊ Γκίμπονς, είχε αναφέρει χαρακτηριστικά: «Όταν ξεκίνησαν το σχολείο, γνωρίζαμε ήδη ότι αντιμετώπιζαν πρόβλημα στην ομιλία. Στο σπίτι επικοινωνούσαν μεταξύ τους, έβγαζαν ήχους και εξέφραζαν σκέψεις, όμως ήταν φανερό ότι δεν μιλούσαν με την ίδια ευκολία όπως τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας τους».

The Silent Twins: Τα σιωπηλά δίδυμα αδέλφια που μιλούσαν μια μυστηριώδη γλώσσα μεταξύ τους και η συγκατοίκηση με τον Αντεροβγάλτη
Τζουν και Τζένιφερ Γκίμπονς

Πότε ξεκίνησε η μυστική γλώσσα;

Το 1976, ο σχολικός γιατρός Τζον Ρις επισκέφθηκε το γυμνάσιο του Haverfordwest για να εμβολιάσει τους μαθητές κατά της φυματίωσης. Όταν έφτασε η σειρά της Τζουν και της Τζένιφερ Γκίμπονς, παρατήρησε με έκπληξη ότι οι δύο αδελφές κινούνταν σχεδόν απόλυτα συγχρονισμένα και παρέμεναν εντελώς ανέκφραστες ακόμη και τη στιγμή που η βελόνα διαπερνούσε το δέρμα τους.

«Ήταν εντελώς ανέκφραστες. Τους μιλούσες και δεν αντιδρούσαν, ούτε σε κοιτούσαν. Τα δύο αυτά κορίτσια περπατούσαν το ένα πίσω από το άλλο, με σκυμμένα κεφάλια, σαν κατάδικοι δεμένοι μεταξύ τους. Δεν είχα συναντήσει ποτέ ξανά κάτι παρόμοιο», ανέφερε αργότερα ο Ρις στο ντοκιμαντέρ The Silent Twins: Without My Shadow του BBC.

Ανησυχώντας για τη συμπεριφορά τους, ο Ρις ενημέρωσε τον παιδοψυχίατρο Έβαν Ντέιβις. Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές του να επικοινωνήσει με τις δύο αδελφές, εκείνες παρέμεναν σιωπηλές και ο ίδιος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για περίπτωση «επιλεκτικής αλαλίας». Στη συνέχεια, παρέπεμψε τις δίδυμες στην Αν Τρέχαρν, προϊσταμένη λογοθεραπεύτρια του Νοσοκομείου Withybush στο Haverfordwest.

Η Τζουν και η Τζένιφερ δεν μιλούσαν ποτέ μπροστά στην Τρέχαρν, ούτε καν μεταξύ τους. Ωστόσο, η λογοθεραπεύτρια κατάφερε να ηχογραφήσει τις συνομιλίες τους όταν βρίσκονταν μόνες και διαπίστωσε ότι η ιδιότυπη γλώσσα τους αποτελούσε ένα μείγμα της διαλέκτου των Μπαρμπέιντος και αγγλικών, τα οποία εκφέρονταν με εξαιρετικά γρήγορο ρυθμό.

The Silent Twins: Τα σιωπηλά δίδυμα αδέλφια που μιλούσαν μια μυστηριώδη γλώσσα μεταξύ τους και η συγκατοίκηση με τον Αντεροβγάλτη
Τζουν και Τζένιφερ Γκίμπονς μικρές

Η Τρέχαρν σχημάτισε την εντύπωση ότι η Τζένιφερ ήταν η κυρίαρχη προσωπικότητα της σχέσης. Πίστευε ότι ασκούσε έντονη επιρροή στην αδελφή της, χρησιμοποιώντας ανεπαίσθητα βλέμματα και νοήματα που φαίνονταν να αποτρέπουν την Τζουν από το να μιλήσει.

«Η Τζένιφερ καθόταν με ένα ανέκφραστο βλέμμα, όμως μπορούσα να αισθανθώ τη δύναμη που εξέπεμπε. Τότε άρχισα να πιστεύω ότι ασκούσε έλεγχο πάνω στην αδελφή της», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά η Τρέχαρν.

Παρ’ όλα αυτά, ούτε η ίδια κατάφερε να εξηγήσει τον εντυπωσιακό συγχρονισμό των κινήσεων των δύο κοριτσιών. Το παράξενο αυτό «παιχνίδι» των βλεμμάτων είχε παρατηρήσει και ο πατέρας τους, Όμπρεϊ Γκίμπονς, ο οποίος θυμόταν: «Όταν απηύθυνες μια ερώτηση στην Τζουν, εκείνη κοίταζε πρώτα την Τζένιφερ πριν απαντήσει, σαν να ζητούσε την άδειά της».

Τί είναι η κρυπτοφασία;

Η κρυπτοφασία είναι ένα ιδιαίτερο γλωσσικό φαινόμενο που παρατηρείται κυρίως σε δίδυμα παιδιά και αφορά τη δημιουργία ενός ιδιότυπου τρόπου επικοινωνίας που γίνεται κατανοητός μόνο από τα ίδια. Ο όρος προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις κρυπτός και φάσις, δηλαδή «κρυφή ομιλία», και χρησιμοποιείται για να περιγράψει μια γλώσσα ή ένα σύστημα επικοινωνίας που αναπτύσσεται ανάμεσα σε δύο άτομα, συνήθως μονοζυγωτικά δίδυμα.

Η κρυπτοφασία έχει γίνει ιδιαίτερα γνωστή μέσα από την ιστορία των αδελφών Τζουν και Τζένιφερ Γκίμπονς, γνωστών ως «Τα Σιωπηλά Δίδυμα», τα οποία επικοινωνούσαν σχεδόν αποκλειστικά μεταξύ τους χρησιμοποιώντας έναν ιδιαίτερο τρόπο ομιλίας που οι υπόλοιποι αδυνατούσαν να κατανοήσουν.

Στα πρώτα χρόνια της ζωής, τα δίδυμα περνούν σχεδόν όλο τον χρόνο μαζί και μοιράζονται κοινές εμπειρίες, ερεθίσματα και τρόπους έκφρασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι γλωσσικές τους δεξιότητες εξελίσσονται παράλληλα, με αποτέλεσμα να αναπτύσσουν λέξεις, ήχους ή εκφράσεις που έχουν νόημα μόνο μεταξύ τους.

Η κρυπτοφασία μπορεί να περιλαμβάνει παραμορφωμένες λέξεις, συντομεύσεις, επινοημένους όρους ή συνδυασμούς ήχων που μοιάζουν με κανονική γλώσσα, αλλά δεν ακολουθούν τους γνωστούς γραμματικούς κανόνες. Τα παιδιά συχνά κατανοούν απόλυτα το ένα το άλλο, ενώ οι γονείς και οι γύρω τους δυσκολεύονται να αποκωδικοποιήσουν την επικοινωνία τους.

Η εφηβεία και η πτώση

Η παιδική ηλικία της Τζουν και της Τζένιφερ Γκίμπονς, παρά τα πρώτα χρόνια που πέρασαν στο Λίντον και το Ντέβον της Αγγλίας, μόνο ανέμελη δεν υπήρξε. Οι δύο αδελφές βρέθηκαν από νωρίς αντιμέτωπες με τον κοινωνικό αποκλεισμό και τον εκφοβισμό, τόσο εξαιτίας της δυσκολίας τους στην ομιλία όσο και λόγω του χρώματος του δέρματός τους.

Η ίδια η Τζουν, σε συνέντευξή της στο αμερικανικό περιοδικό The New Yorker το 2000, αποκάλυψε ότι από κάποια στιγμή και έπειτα εκείνη και η αδελφή της πήραν μια σιωπηλή απόφαση: να μη μιλούν σε κανέναν άλλον εκτός από η μία στην άλλη, κλεισμένες στο υπνοδωμάτιό τους στον επάνω όροφο του σπιτιού τους. Η επικοινωνία τους γινόταν μέσα από μια ιδιότυπη διάλεκτο, την οποία ακόμη και οι γονείς τους δυσκολεύονταν να κατανοήσουν.

The Silent Twins: Τα σιωπηλά δίδυμα αδέλφια που μιλούσαν μια μυστηριώδη γλώσσα μεταξύ τους και η συγκατοίκηση με τον Αντεροβγάλτη
Τζουν και Τζένιφερ Γκίμπονς στην εφηβεία

Όταν οι δίδυμες ήταν έντεκα ετών, η οικογένεια μετακόμισε στο Haverfordwest, μια μικρή πόλη της νοτιοδυτικής Ουαλίας. Ωστόσο, η αλλαγή τόπου δεν έφερε και αλλαγή στη ζωή τους. Στο σχολείο όπου φοίτησαν υπέστησαν έντονο ρατσιστικό και κοινωνικό αποκλεισμό, καθώς ήταν τα μοναδικά μαύρα παιδιά της τάξης. Η κατάσταση ήταν τόσο σοβαρή, ώστε η διεύθυνση του σχολείου τους επέτρεπε να αποχωρούν πέντε λεπτά νωρίτερα από τους υπόλοιπους μαθητές, προκειμένου να επιστρέφουν με ασφάλεια στο σπίτι τους.

Το 1977, σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, μεταφέρθηκαν στο Κέντρο Ειδικής Εκπαίδευσης Eastgate στο Πέμπροκ. Εκεί συμμετείχαν σε θεραπευτικές συνεδρίες υπό την καθοδήγηση της δασκάλας ειδικής αγωγής Κάθι Άρθουρ. Παρά τις προσπάθειες των ειδικών, τα κορίτσια συνέχισαν να αρνούνται κάθε μορφή επικοινωνίας, δίνοντας συχνά την εντύπωση μιας επίμονης αδιαφορίας ή ακόμη και αυθάδειας.

Η απομόνωσή τους εκτεινόταν και πέρα από το σχολικό περιβάλλον. Το 1978 παρευρέθηκαν στον γάμο της μεγαλύτερης αδελφής τους, Γκρέτα, όμως αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στις γιορτές που ακολούθησαν. Μπροστά στο αδιέξοδο, οι ειδικοί αποφάσισαν να χωρίσουν τα «Σιωπηλά Δίδυμα», τοποθετώντας τα σε διαφορετικά οικοτροφεία, με την ελπίδα ότι θα αποκτούσαν ανεξάρτητη προσωπικότητα και ταυτότητα.

Η απόφαση αυτή υπήρξε εξαιρετικά δύσκολη. Όπως είχε δηλώσει ο σχολικός ψυχολόγος Τιμ Τόμας: «Ήμασταν πραγματικά διχασμένοι. Αν συνέχιζαν να ζουν έτσι, ποιο θα ήταν το μέλλον τους; Πώς θα μπορούσαν ποτέ να επικοινωνήσουν;»

Το πείραμα, ωστόσο, απέτυχε σχεδόν αμέσως. Οι δύο αδελφές βυθίστηκαν ακόμη περισσότερο στην απομόνωση. Ιδιαίτερα η Τζουν εμφάνισε έντονα κατατονικά συμπτώματα. Σταμάτησε να τρώει και να κινείται, ενώ σε μία περίπτωση χρειάστηκαν δύο άνθρωποι για να τη σηκώσουν από το κρεβάτι. Όσοι ήταν παρόντες περιέγραψαν το σώμα της ως άκαμπτο και βαρύ, «σαν πτώμα».

Χρόνια αργότερα, η Κάθι Άρθουρ θα εξομολογούνταν στο BBC: «Τις απογοητεύσαμε, αλλά ειλικρινά δεν μπορώ να σκεφτώ τι διαφορετικό θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει». Οι γονείς τους, ο Όμπρεϊ και η Γκλόρια Γκίμπονς, επέλεξαν να μην αμφισβητήσουν τις αποφάσεις των ειδικών, πιστεύοντας ότι οι βρετανικές αρχές γνώριζαν καλύτερα πώς να βοηθήσουν τις κόρες τους.

Παρά τις συγκρούσεις και τη βαθιά ψυχική ένταση που χαρακτήριζε τη σχέση τους, τα δύο κορίτσια έμοιαζαν ανίκανα να υπάρξουν χωριστά. Η Τζουν περιέγραφε αυτή τη σχέση με μια φράση που συμπύκνωνε την ιδιότυπη σύνδεσή τους: «Μια μέρα εκείνη θα ξυπνούσε και θα ήταν εγώ, και μια μέρα θα ξυπνούσα και θα ήμουν εκείνη».

Η Τζένιφερ αναρωτιόταν στα γραπτά της: «Πώς μπορώ να ξεφορτωθώ τη δική μου σκιά; Είναι δυνατόν ή αδύνατον;» Οι δύο αδελφές συνήθιζαν να λένε η μία στην άλλη: «Δώσε μου πίσω τον εαυτό μου και θα σου δώσω πίσω τον δικό σου».

Στο ημερολόγιό της, η Τζουν περιέγραφε τη σχέση τους ως έναν οδυνηρό συνδυασμό αγάπης και φόβου: «Εκείνη κι εγώ είμαστε σαν εραστές. Νομίζει ότι είμαι αδύναμη. Δεν ξέρει πόσο τη φοβάμαι. Θέλω να είμαι αρκετά δυνατή για να χωρίσω από αυτήν. Θεέ μου, βοήθησέ με, είμαι σε απόγνωση».

Από την άλλη πλευρά, η Τζένιφερ έγραφε: «Κανένα δίδυμο δεν πρέπει να ξεχνά τον Κάιν και τον Άβελ. Δεν αντέχω τις διαφορές. Ο αληθινός μου δίδυμος θα έπρεπε να έχει τις ίδιες αδυναμίες, τα ίδια όνειρα και τις ίδιες αποτυχίες με εμένα».

Σε ηλικία δεκαέξι ετών εγκατέλειψαν το σχολείο. Οι περισσότερες ημέρες τους περνούσαν κλεισμένες στο δωμάτιό τους, παίζοντας με κούκλες, γράφοντας ημερολόγια και καταγράφοντας τις σκέψεις τους. Το μοναδικό πρόσωπο με το οποίο επικοινωνούσαν, έστω και περιορισμένα, ήταν η μικρότερη αδελφή τους, Ρόζι. Για όλους τους υπόλοιπους άφηναν σημειώματα.

Οι γονείς τους παρακολουθούσαν με ανησυχία και θλίψη την απομόνωσή τους. Η Τζουν έγραφε: «Ανησυχώ για τη μητέρα μου. Βλέπω τη θλίψη τόσων χρόνων στα μάτια της. Δεν είναι νέα, αλλά παραμένει ρομαντική, ένα παιδί κατά βάθος». Την ίδια περίοδο, οι δύο αδελφές στράφηκαν με πάθος στη συγγραφή. Ονειρεύονταν να γίνουν επιτυχημένες συγγραφείς και να κάνουν την οικογένειά τους περήφανη.

Η Τζένιφερ έγραψε το διήγημα The Pugilist, στο οποίο ένας γιατρός μεταμοσχεύει την καρδιά ενός σκύλου στο παιδί του, μεταφέροντας άθελά του και την ψυχή του ζώου. Η Τζουν, από την πλευρά της, έγραψε το Pepsi-Cola Addict, την ιστορία ενός εφήβου που ονειρεύεται μια διαφορετική ζωή, πέφτει θύμα κακοποίησης, παρασύρεται στην παραβατικότητα και τελικά πεθαίνει από υπερβολική δόση βαρβιτουρικών.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι δύο αδελφές προσπάθησαν για πρώτη φορά να βγουν από την απομόνωσή τους. Συνδέθηκαν με έναν πρώην συμμαθητή τους αμερικανικής καταγωγής, ο οποίος στο παρελθόν τις είχε υπερασπιστεί από τον σχολικό εκφοβισμό. Αναζητώντας έναν τρόπο να προσεγγίσουν τον κόσμο των συνομηλίκων τους, άρχισαν να επισκέπτονται το σπίτι της οικογένειάς του.

Η Τζουν θυμόταν αργότερα: «Ήταν λευκά αγόρια από την Αμερική, όμορφα, σαν τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο. Βαφόμασταν, φορούσαμε μίνι φούστες, ψηλά τακούνια, περούκες και κραγιόν. Ετοιμαζόμασταν για ώρες, σαν σταρ του κινηματογράφου». Μέσα από αυτή την παρέα γνώρισαν το αλκοόλ και τα ναρκωτικά. «Χρειαζόμασταν ένα μπουκάλι ουίσκι. Χωρίς αυτό δεν μιλούσαμε», είχε παραδεχτεί η Τζουν.

Για ένα σύντομο διάστημα ένιωσαν ότι ζούσαν τη δική τους εφηβική ελευθερία. «Πέντε εβδομάδες διασκέδασης, αυτό ήταν. Ήμασταν πολύ χαρούμενες», θυμόταν η Τζουν. Η αίσθηση αυτή, όμως, δεν κράτησε πολύ. Στα δεκαεννέα τους χρόνια οι αδελφές άρχισαν να εκδηλώνουν παραβατική συμπεριφορά. Έκλεβαν ποδήλατα, προκαλούσαν φθορές, έγραφαν συνθήματα και κατέγραφαν στα ημερολόγιά τους τις πράξεις και τις σκέψεις τους.

Η κατάσταση κορυφώθηκε όταν έβαλαν φωτιά σε ένα κατάστημα γεωργικών μηχανημάτων και συνελήφθησαν λίγο αργότερα ενώ επιχειρούσαν να προκαλέσουν νέες καταστροφές. Η αστυνομία κατέσχεσε τα ημερολόγιά τους, τα οποία θεωρήθηκαν σημαντικά στοιχεία για την ψυχική τους κατάσταση.

Ο ψυχίατρος Γουίλιαμ Σπράι, που ανέλαβε την αξιολόγησή τους, έκρινε ότι έπασχαν από σοβαρή διαταραχή προσωπικότητας και εισηγήθηκε τη μεταφορά τους στο ψυχιατρικό νοσοκομείο υψίστης ασφαλείας Broadmoor, θεωρώντας ότι η μόνη εναλλακτική ήταν η φυλάκιση.

Παρά τις αντιρρήσεις του σχολικού ψυχολόγου Τιμ Τόμας, η Τζουν και η Τζένιφερ καταδικάστηκαν σε αόριστης διάρκειας παραμονή στο Broadmoor, γεγονός που τις κατέστησε τις νεότερες τρόφιμους στην ιστορία του ιδρύματος.

Η συγκατοίκηση με τον Αντεροβγάλτη

Βρίσκεται στην κομητεία του Μπέρκσαϊρ, στη νοτιοανατολική Αγγλία, και το ψυχιατρικό νοσοκομείο Broadmoor έχει συνδεθεί διαχρονικά με ορισμένους από τους πιο διαβόητους εγκληματίες της Βρετανίας. Στους θαλάμους του έχουν νοσηλευτεί κατά συρροή δολοφόνοι και βαρυποινίτες, γεγονός που του χάρισε τη φήμη ενός από τα πιο αυστηρά ψυχιατρικά ιδρύματα της χώρας.

Τα «Σιωπηλά Δίδυμα» βρέθηκαν να συνυπάρχουν στο Broadmoor με τον διαβόητο Πίτερ Σάτκλιφ, τον αποκαλούμενο «Αντεροβγάλτη του Γιορκσάιρ», ο οποίος καταδικάστηκε για τη δολοφονία δεκατριών γυναικών και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο το 1984.

Όπως παραδέχθηκε αργότερα η Τζουν Γκίμπονς, εκείνη και η αδελφή της είχαν φανταστεί ότι το Broadmoor θα αποτελούσε έναν τόπο ασφάλειας και ανακούφισης. «Νομίζαμε ότι θα ήταν σαν παράδεισος», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά. Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ διαφορετική και οι προσδοκίες τους διαψεύστηκαν σχεδόν αμέσως.

Λίγες μόλις ημέρες μετά την εισαγωγή τους, η Τζουν βυθίστηκε σε κατάσταση ληθάργου, ενώ μερικές εβδομάδες αργότερα αποπειράθηκε να βάλει τέλος στη ζωή της. Την ίδια περίοδο, η Τζένιφερ επιτέθηκε σε μία νοσηλεύτρια, γεγονός που επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την κατάστασή τους.

Οι δύο αδελφές τοποθετήθηκαν σε διαφορετικούς θαλάμους, προκειμένου να περιοριστεί κάθε μορφή επικοινωνίας μεταξύ τους. Παράλληλα, υποβλήθηκαν σε φαρμακευτική αγωγή με ηρεμιστικά και ψυχοτρόπα φάρμακα, τα οποία, σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, προκαλούσαν έντονη υπνηλία και θόλωση της όρασης.

Η παραμονή τους στο Broadmoor παρατεινόταν διαρκώς, καθώς οι ψυχίατροι που τις αξιολογούσαν έκριναν επανειλημμένα ότι χρειάζονταν ακόμη ένα ή δύο χρόνια θεραπείας. Με την πάροδο του χρόνου, η αίσθηση της απελπισίας γινόταν ολοένα και πιο έντονη.

Σε μια απέλπιδα προσπάθεια να εξασφαλίσει την απελευθέρωσή τους, η Τζουν έστειλε επιστολές στο Υπουργείο Εσωτερικών και στη βασίλισσα Ελισάβετ, ζητώντας χάρη. Καμία από τις εκκλήσεις της, ωστόσο, δεν έλαβε ανταπόκριση.

Σύμφωνα με την ίδια, ο μακροχρόνιος εγκλεισμός επηρέασε βαθιά την ψυχική κατάσταση της Τζένιφερ. Άρχισε να εμφανίζει παρανοϊκές σκέψεις, ισχυριζόμενη ότι άκουγε πυροβολισμούς έξω από το παράθυρό της, ενώ κατηγορούσε την αδελφή της ότι είχε καταστρέψει τη ζωή της και ότι συνωμοτούσε εναντίον της.

Δείτε ακόμα Λίγοι το γνωρίζουν αλλά η Αλίκη Βουγιουκλάκη είχε απόρρητο φάκελο στην ασφάλεια- Οι ταινίες της που λογοκρίθηκαν

Παρά τις συγκρούσεις, τις κατηγορίες και τη βαθιά ψυχική φθορά που βίωναν, ο δεσμός τους παρέμενε αδιάρρηκτος. Όπως είχε πει η Τζουν: «Παρόλο που τσακωνόμασταν, αγαπούσαμε η μία την άλλη. Κι εμείς οι ίδιες εκπλησσόμασταν από τις πράξεις μας».

Ο άνθρωπος που κατάφερε να τις ξεκλειδώσει

To 1982, η Μάρτζορι Γουάλας, ρεπόρτερ της βρετανικής εφημερίδας The Sunday Times, έμαθε για την ιστορία των αδερφών Γκίμπονς και αποφάσισε να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες. Όπως αποδείχθηκε, ήταν ο άνθρωπος που κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους και να μάθει περισσότερα πράγματα για την ψυχοσύνθεσή τους.

Πρώτα, όμως, χρειάστηκε να κερδίσει την εμπιστοσύνη των γονιών τους, οι οποίοι της επέτρεψαν να αποκτήσει πρόσβαση στα ημερολόγιά τους και τα γραπτά τους. Η Γουάλας ανακάλυψε τότε έναν κόσμο αστείρευτης φαντασίας, δυνατών εικόνων και λυρικών περιγραφών που, όπως είπε, «την έκαναν να κλάψει».

Στα ημερολόγια, η Γουάλας δεν βρήκε τίποτα που να έδειχνε ότι οι δίδυμες ήταν ψυχοπαθείς. «Δεν μπορούσα να το πιστέψω αυτό, ότι αυτά τα κορίτσια, που δεν μιλούσαν και είχαν απορριφθεί από τον κόσμο ως ζόμπι, είχαν αυτή την πλούσια και γεμάτη φαντασία ζωή», είχε πει σε συνέντευξή της στο NPR.

Η Μάρτζορι Γουάλας συνάντησε για πρώτη φορά τις αδερφές Γκίμπονς στη φυλακή, ενόσω ανέμεναν την εκδίκαση της υπόθεσής τους που θα της οδηγούσε στο Broadmoor. Περιέγραψε εκείνη τη συνάντηση με τα ακόλουθα λόγια:

«Ήταν και οι δύο ανέκφραστες. Τα χέρια τους απλώς κρέμονταν στο πλάι, όταν τις έφεραν οι φύλακες. Ξαφνικά τους είπα: “Ξέρετε, Τζουν και Τζένιφερ, διάβασα μερικά από τα γραπτά σας”. Τότε είδα ένα μικρό τρεμόπαιγμα στα μάτια της Τζουν. Άρχισε να σηκώνει το βλέμμα και με μεγάλη δυσκολία ψέλλισε τη φράση “Σου άρεσαν;”

Ήθελαν απεγνωσμένα να αναγνωριστούν και να γίνουν διάσημοι μέσα από τα γραπτά τους, να τα δημοσιεύσουν και να αφηγηθούν την ιστορία τους. Τότε σκέφτηκα ότι ίσως ένας τρόπος για να τις ελευθερώσω θα ήταν να τις “ξεκλειδώσω” από αυτή τη σιωπή».

Η Βρετανίδα δημοσιογράφος επισκεπτόταν σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο τα «σιωπηλά δίδυμα» στο Broadmoor. Όπως είχε πει, «πάντα μου άρεσε να είμαι μαζί τους. Είχαν αυτή την αίσθηση του σκωπτικού χιούμορ και απαντούσαν στα αστεία».

Το 1986, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο της Μάρτζορι Γουάλας αφιερωμένο στα δύο κορίτσια με τίτλο “The Silent Twins”. Την ίδια χρονιά, επίσης, η Βρετανίδα δημοσιογράφος ίδρυσε τη φιλανθρωπική οργάνωση ψυχικής υγείας SANE.

H Γουάλας έδωσε αγώνα για να απελευθερωθούν οι αδερφές Γκίμπονς από το Broadmoor. Μέσα από τα γραπτά της, μετέτρεψε τα «σιωπηλά δίδυμα» σε έμπρακτες αποδείξεις και σύμβολα της ανικανότητας, της σκληρότητας και του υφέρποντος ρατσισμού του αγγλικού δικαστικού συστήματος. Παρ’ όλ’ αυτά, οι αδερφές Γκίμπονς έμειναν λίγο περισσότερα από 10 χρόνια στο Broadmoor.

Το ξαφνικό τους τέλος

Στις 9 Μαρτίου 1993, έναν μήνα και δύο ημέρες πριν συμπληρώσουν τα τριάντα τους χρόνια, η Τζουν και η Τζένιφερ Γκίμπονς αποχώρησαν επιτέλους από το Broadmoor. Προορισμός τους ήταν η κλινική Caswell, ανάμεσα στο Σουόνσι και το Κάρντιφ, όπου θα παρέμεναν για ένα μεταβατικό διάστημα προτού επιστρέψουν στην οικογένειά τους.

Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, η Τζένιφερ ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο της αδελφής της και ψιθύρισε: «Επιτέλους, είμαστε έξω». Λίγη ώρα αργότερα, όμως, έχασε τις αισθήσεις της και έπεσε σε κώμα. Το ίδιο απόγευμα άφησε την τελευταία της πνοή.

Οι γιατροί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο θάνατός της οφειλόταν σε οξεία μυοκαρδίτιδα άγνωστης αιτιολογίας. Οι τοξικολογικές εξετάσεις δεν αποκάλυψαν ίχνη ναρκωτικών ουσιών ή δηλητηρίου, ενώ είχε ήδη χάσει σημαντικό βάρος και, σύμφωνα με μαρτυρίες, την προηγούμενη ημέρα υπέφερε από έντονους πονοκεφάλους και εμετούς.

Ορισμένοι ειδικοί υπέθεσαν αργότερα ότι η πολύχρονη λήψη αντιψυχωσικών φαρμάκων ενδέχεται να είχε επιβαρύνει το ανοσοποιητικό της σύστημα. Ωστόσο, η ακριβής αιτία του θανάτου της δεν εξακριβώθηκε ποτέ.

Το ίδιο βράδυ, η Τζουν κατέγραψε στο ημερολόγιό της: «Σήμερα η αγαπημένη μου δίδυμη αδελφή, η Τζένιφερ, πέθανε. Η καρδιά της σταμάτησε να χτυπά. Δεν θα με αναγνωρίσει ποτέ ξανά. Η μητέρα και ο πατέρας μου ήρθαν να δουν το σώμα της. Φίλησα το παγωμένο πρόσωπό της. Έγινα υστερική από τη θλίψη».

Έναν χρόνο μετά τον θάνατο της αδελφής της, η Τζουν πήρε εξιτήριο από την κλινική Caswell και στη συνέχεια φιλοξενήθηκε σε δομή επανένταξης. Αργότερα εγκαταστάθηκε στην Ουαλία, επιλέγοντας να ζήσει μακριά από τη δημοσιότητα και το ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης.

Αναζητώντας μια νέα αρχή, προτιμούσε να τη φωνάζουν με το δεύτερο όνομά της, Άλισον, καθώς πίστευε ότι το πρώτο της όνομα της είχε φέρει μόνο δυστυχία. Παρά το βαρύ πένθος της, η Τζουν άλλαξε ριζικά. Για πρώτη φορά στη ζωή της άρχισε να μιλά κανονικά με τους ανθρώπους γύρω της, κάτι που δεν είχε κατορθώσει στα προηγούμενα τριάντα ένα χρόνια της ζωής της.

Η δημοσιογράφος Μάρτζορι Γουάλας, η οποία είχε αναπτύξει στενή σχέση με τις δύο αδελφές, υπήρξε από τους πρώτους ανθρώπους που παρατήρησαν αυτή τη μεταμόρφωση. Σύμφωνα με τη δική της μαρτυρία, οι δίδυμες είχαν συνάψει μια ιδιότυπη συμφωνία: αν μία από τις δύο πέθαινε, η άλλη θα αποκτούσε επιτέλους την ελευθερία να μιλήσει και να ζήσει φυσιολογικά.

Η Γουάλας θυμόταν μια συζήτηση που είχε με την Τζένιφερ λίγο πριν από την αποφυλάκισή τους: «Ξαφνικά η Τζένιφερ είπε: “Μάρτζορι, θα πρέπει να πεθάνω”. Της απάντησα πως ήταν παράλογο, αφού σύντομα θα έφευγαν από το Broadmoor. Εκείνη όμως μου είπε: “Γιατί έτσι έχουμε αποφασίσει”. Τότε κατάλαβα ότι το εννοούσαν πραγματικά. Μου εξήγησαν ότι μία από τις δύο έπρεπε να θυσιαστεί, ώστε η άλλη να μπορέσει να ζήσει μια φυσιολογική ζωή».

Η ίδια η Γουάλας παραδέχτηκε αργότερα ότι εξακολουθούσε να αναρωτιέται για το μυστήριο του θανάτου της Τζένιφερ, θεωρώντας ότι ίσως η ίδια είχε αποδεχθεί συνειδητά το τέλος της. Η πολυετής παραμονή των «Σιωπηλών Διδύμων» στο Broadmoor άφησε βαθιά τραύματα σε ολόκληρη την οικογένεια. Σε συνέντευξή της το 2016, η μεγαλύτερη αδελφή τους, Γκρέτα Γκίμπονς, υποστήριξε ότι ο εγκλεισμός τους υπήρξε καταστροφικός.

«Δεν έπρεπε ποτέ να είχαν σταλεί στο Broadmoor. Έκαναν λάθη, αλλά δεν σκότωσαν κανέναν. Ο εγκλεισμός κατέστρεψε τις ζωές τους. Η Τζένιφερ δεν έπρεπε να πάρει εξιτήριο αν δεν ήταν καλά, ενώ η Τζουν θα μπορούσε να είχε μια πολύ διαφορετική ζωή. Δεν παντρεύτηκε, δεν απέκτησε παιδιά και δεν πραγματοποίησε ποτέ το όνειρό της να γίνει συγγραφέας». Παρά την οδύνη και τις δυσκολίες της σχέσης τους, η Τζουν δεν έπαψε ποτέ να αισθάνεται την παρουσία της αδελφής της.

«Μου έλειψε πάρα πολύ. Σήμερα έχω αποδεχθεί ότι έχει φύγει. Είναι μέσα μου και με κάνει πιο δυνατή. Χρειάστηκα πέντε χρόνια για να πενθήσω. Έκλαιγα διαρκώς. Τώρα τα δάκρυά μου έχουν στερέψει. Δεν νιώθω πλέον μόνη. Την κουβαλώ μέσα μου. Γεννήθηκα δίδυμη και θα πεθάνω δίδυμη». Στο κοιμητήριο του Haverfordwest, όπου βρίσκεται ο τάφος της Τζένιφερ, είναι χαραγμένο ένα σύντομο ποίημα που έγραψε η Τζουν, ένας τελευταίος αποχαιρετισμός προς την αδελφή της:

Κάποτε ήμασταν δύο Εμείς οι δύο γίναμε ένα Δεν είμαστε πια δύο Στη ζωή να είσαι μία Αναπαύσου εν ειρήνη.” Δείτε και την ιστορία της Κούλας Αγαγιώτου από το “Ρετιρέ” και η αιματοβαμμένη ιστορία με τον σχιζοφρενή ανιψιό της.

All photos via: bbc.com

Σχετικά άρθρα: